Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Το μαντολίνο του λοχαγού Βαγγέλη

Στα πολύ παλιά χρόνια, σε έναν πολύ μακρινό γαλαξία, υπήρχε ένας τύπος που τον έλεγαν Βαγγέλη. Κάθε μέρα, ξυπνούσε με έναν και μόνο σκοπό: να συναντήσει τον μεγάλο έρωτα της ζωής του, την Πεταλουδίτσα. Δεν την έλεγαν πραγματικά Πεταλουδίτσα, το βαφτιστικό της όνομα ήταν Πουλχερία (κάτι το οποίο δεν έλεγε σε κανέναν, γιατί ντρεπότανε). Αλλά ο Βαγγέλης την φώναζε Πεταλουδίτσα, γιατί του έκανε κάτι ζουζουνιάρικο χαϊδευτικά. Υπήρχε όμως ένα μικρό μικρό πρόβλημα: η Πεταλουδίτσα αγνοούσε την ύπαρξη του Βαγγέλη.

Όλα όμως άλλαξαν όταν η Πεταλουδίτσα γνώρισε το Βαγγέλη. Ήταν μια κρύα μέρα του καλοκαιριού, και ο Βαγγέλης είχε βγει βόλτα σε ένα καφέ, για να πιει το αγαπημένο του τσάι. Εντελώς συμπτωματικά, στο ίδιο καφέ ήταν και η Πουλχερία, ή όχι και τόσο συμπτωματικά, αφού ο Βαγγέλης την ακολούθησε μέχρι εκεί.  Ο Βαγγέλης έκατσε δίπλα της, και της είπε "μωρό, πάμε μια βόλτα με το κάμπριο;" Εκείνη τον κοίταξε απορημένη και του είπε την εξής φράση, που άλλαξε τη ζωή του: 
-Αακβελαμπου γκουγκουντρο ζιγκαμπου.
Η καημένη είχε γεννηθεί με πρόβλημα στον εγκέφαλο. Εκείνη την ώρα, χτύπησε το κινητό του Βαγγέλη.

Ήταν ένα τηλεμάρκετινγκ από τη Βόνταφον. Ο Βαγγέλης πήγε να τους πει άει στο διάολο και να γυρίσει στην διανοητικά καθυστερημένη Πεταλουδίτσα του, αλλά τότε η κελαρυστή και πρόσχαρη φωνή της τηλεφωνήτριας της Βόνταφον άλλαξε σε μία βαθιά και ανατριχιαστική που έβγαινε απ'τα τρίσβαθα της Κολάσεως, αφού πρώτα είχε καπνίσει τρία πακέτα κόκκινο Μάλμπορο.
Η φωνή του έλεγε:
-Παράτα την Πεταλουδίτσα στην ησυχία της και τρέξε αμέσως στην οδό Αμούστακου Μπαρμπουνιού 145, στο Δεξί Πατήσι. Σε περιμένει το πεπρωμένο σου.

Ο Βαγγέλης ρώτησε:
-Και γιατί να το κάνω αυτό;
Η φωνή γέλασε σατανικά και απάντησε:
-15 λεπτά.
Και μετά το τηλέφωνο έκλεισε.
Ο Βαγγέλης αποφάσισε να ξεκινήσει. Δεν είχε τίποτα να χάσει, άλλωστε, όμως με την κίνηση της Λαγκαδά θα έκανε 10 ώρες. Όταν έφτασε στη στάση του 321, όμως, αυτό εξαφανίστηκε από τον πίνακα με τα δρομολόγια. Στη θέση της εμφανίστηκε το μήνυμα "Πήδα στο δίπλα υπόνομο για να βρεθείς αμέσως στο Δεξί Πατήσι". "Seems legit", σκέφτηκε ο Βαγγέλης.

Όταν πήδηξε όμως στον υπόνομο, συνάντησε μια γριά Τσιγγάνα. Η Τσιγγάνα τον πλησίασε και του είπε "να σε πω τη μοίρα σου, να σε πω το ριζικό σου, λεβέντη μου", παρ'όλο που ο Βαγγέλης ήταν ένα και μισό μίλκο φορώντας τα ψηλοτάκουνα Air Jordan που είχε κάνει ειδική παραγγελία στη Νάικι.
-Για πες, γιαγιά, τι βλέπεις, έκανε ο Βαγγέλης και της έτεινε την ανοιχτή παλάμη του.
-Βλέπω...μεγάλη πόρτα θα διαβείς, λεφτά πολλά θα πάρεις!
-Για την Πεταλουδίτσα μου δε βλέπεις τίποτα; ρώτησε με αγωνία ο Βαγγέλης.
-Δεν ξέρω, παιδί μου, μέχρι τη μεγάλη πόρτα έχουμε κάνει στη σχολή, θα το ρωτήσω στην καθηγήτρια αύριο και θα σε πω.
-Εντάξει, είπε ο Βαγγέλης και, ανοίγοντας μια πόρτα, η οποία, κατά σατανική σύμπτωση (ή μήπως δεν ήταν σύμπτωση;) ήταν μεγάλη, βρέθηκε στο Δεξί Πατήσι, και ακριβώς μπροστά στην είσοδο της οικοδομής (που οι Αθηναίοι αποκαλούν πολυκατοικία) της οδού Αμούστακου Μπαρμπουνιού 145.

Πρώτον, άσχετε, πολυκατοικία το λέει ο κόσμος. Οικοδομή το λέτε εκεί πάνω στη Θεσσαλονίκη. Δεύτερον, ο Βαγγέλης μπήκε στην πόρτα, όταν τον διέκοψε ένας κυριούλης. 
-Δε δεχόμαστε διαφημιστικά!
-Μα δεν έχω διαφημιστικά, αποκρίθηκε ο Βαγγέλης.
Ο γέρος όμως γέλασε, του έδειξε τη δεξιά κωλότσεπη και του είπε: 
-Προσπαθείς να με κοροϊδέψεις;
Πράγματι, στη δεξιά κωλότσεπη του Βαγγέλη υπήρχε ξαφνικά μια τσάντα με φυλλάδια. Τράβηξε την τσάντα και είδε το πρώτο φυλλάδιο "Στρατιωτική εκπαίδευση-Οδός Θωμά Γάργαρου 25, πάροδος Α"
Κοίταξε την υποσημείωση "Φέρτε και τις τσάντες σας μαζί". Τώρα ήξερε πού έπρεπε να πάει...

Ή μάλλον δεν ήξερε, γιατί δεν είχε την παραμικρή ιδέα πού στο διάολο βρισκόταν η οδός Θωμά Γάργαρου, και το Google Maps βρισκόταν εκείνη τη μέρα σε απεργία, σε ένδειξη συμπαράστασης στον αγώνα των διοικητικών υπαλλήλων του Αριστοτελείου με Σήμα τον Άγιο Δημήτριο Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. 
Εκείνη την ώρα, διαπίστωσε ότι πάνω από το δρόμο περνούσανε τα νέα ιπτάμενα τρόλεϊ που είχε μόλις εγκαταστήσει ο ΟΑΣΑ για να αποδείξει ότι η συγκοινωνία της Αθήνας δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τη Θεσσαλονίκη ή άλλες μεγάλες πόλεις του κόσμου. Δυστυχώς, δεν είχε ανακαλύψει ακόμα πώς να τα προσγειώνει στις στάσεις, κι έτσι αυτά περιφέρονταν άσκοπα πάνω από τους δρόμους, με τους οδηγούς τους να μην έχουν φάει, κοιμηθεί ή πλυθεί για δέκα μέρες.
Έτσι αυτή ήταν μια εντελώς άχρηστη διαπίστωση. 
Ο Βαγγέλης όμως δεν είχε μάθει να κάθεται με σταυρωμένα χέρια (εκτός από όταν έκανε την προσευχή του σαν καλός Χριστιανός). Έτσι, μπήκε σε ένα ψιλικατζίδικο και ρώτησε οδηγίες για την οδό Θωμά Γάργαρου.

Όμως διαπίστωσε ότι πεινούσε. Έτσι, όταν πήρε τις οδηγίες από τον καλό ψιλικατζή, ξεκίνησε για την οδό Θωμά Γάργαρου, σταματώντας πρώτα σε ένα γυράδικο για να πάρει γύρο. Όμως τελικά ήταν στου Θανάση, και πήρε ένα πενιχρό κεμπάπ (μήπως σουτζουκάκι, Θεσσαλονικιέ;) γεμάτο πάπρικα. Μέχρι να στρίψει στη γωνία, το είχε κι όλας καταβροχθίσει, έτσι σταμάτησε στο μπουγατσάδικο "Ο λευκότατος πύργος" και πήρε μια ΜΠΟΥΓΑΤΣΟΥΛΑ. Έτσι, χορτάτος, μπήκε σε έναν όμορφο κήπο που περιτριγύριζε μια μεζονέτα στην οδό Θωμά Γάργαρου 23. 

Ρε μαλάκα, με βλέπεις τόση ώρα ότι αντιπαρέρχομαι τις γελοίες προσβολές σου και τα κρύα αντι-Θεσσαλονίκεια αστειάκια σου, αλλά να μη θυμάσαι ούτε καν σε ποια γαμημένη διεύθυνση έστειλες τον ήρωα της ιστορίας σου; Στο 25 πάροδος Α ήταν, όχι στο 23.
Αυτό το κατάλαβε σύντομα ο Βαγγέλης, γιατί δεν ήταν ηλίθιος σαν κάποιους κάποιους, αλλά επειδή κατουριότανε από την πολλή μπουγάτσα, είπε να μπει στο 23 πριν πάει στο 25 πάροδος Α, γιατί δεν ήξερε αν θα έχουν τουαλέτες μέσα.
Το 23 ήταν άδειο, σαν το κεφάλι ενός ελαφρώς εύσωμου φίλου μου. Ή έτσι άφηνε τους άλλους να πιστεύουν. Καθώς ο Βαγγέλης είχε βγάλει έξω τα 24 χιλιοστά του ανδρισμού του και ξαλάφρωνε, εμφανίστηκε πίσω του μια σκιά. Και μετά η σκιά έγινε ένας μυστηριώδης άντρας. Και μετά ο μυστηριώδης άντρας έγινε ο Μπρους Ντίκινσον.
Και άρχισαν να τραγουδάνε μαζί το The Trooper.
Αλλά, λίγο πριν τη δεύτερη στροφή, συνέβη κάτι εντελώς απροσδόκητο.

Πάντως μπράβο, δεν ψάρωσες! Απογοητεύτηκα τώρα! (ναι, επίτηδες το έκανα, κι όποιος θέλει το πιστεύει, και τα λοιπά) Ο Ντίκινσον μεταλλάχθηκε σε ένα γιο με ένα πουλί στον κώλο του και ο τοίχος γκρεμίστηκε, αφήνοντας τον Βαγγέλη να κατουράει σε μια κοπέλα διόλου ενθουσιασμένη, γεγονός που εντάθηκε όταν αυτή είδε την απόσταση που χώριζε την ουρήθρα που την πιτσιλούσε από το σώμα του ιδιοκτήτη της. Αυτή έβαλε τα γέλια, μέχρι που ο γιος έβγαλε το πουλί από τον κώλο του και το έβαλε πάνω στο πουλί του Βαγγέλη. Το πουλί του είχε δεκαπλασιαστεί. Έτσι, η κοπέλα του όρμησε και έκαναν σεξ. Παρατηρήστε το μέγεθος που περιγράφει ο άλλος ο μαλάκας τον "ανδρισμό" του ήρωά του... Κομπλεξάρα!

Τι να κάνουμε, αγαπητέ τύπε που γράφεις κάθε δεύτερη παράγραφο της ιστορίας αυτής; Αυτοί που τους αρέσουν τα μεγάλα πέη, γράφουν για μεγάλα πέη. Ένιγουέι, που λέμε κι εμείς οι Εγγλέζοι, είχαμε μείνει στο σημείο που η καθόλου εντυπωσιασμένη κοπέλα έκανε σεξ με τον ήρωά μας, κάτι που πολύ θα ήθελε και κάποιος κάποιος (να κάνει σεξ με τον ήρωά μας) αλλά δεν το παραδέχεται, η κρυφοπουστάρα.
Καθώς η άγνωστη αυτή κοπέλα προσπαθούσε να ανάψει τσιγάρο, ο Βαγγέλης, με τα νέα του προσόντα, έκρινε σκόπιμο να τη ρωτήσει πώς τη λέγανε.
-Μπούγκου...αγκούγκου...μπλιαμπλιαούμπλια! απάντησε αυτή, και ήταν συγκλονιστική η στιγμή της συνειδητοποίησης, καθώς ο Βαγγέλης συνειδητοποίησε ότι μπροστά του (και προηγουμένως κάτω του) δεν ήταν άλλη από την Πεταλουδίτσα του.
Αλλά τότε η Πεταλουδίτσα, που ακόμα προσπαθούσε να ανάψει τσιγάρο, έβαλε φωτιά στα μαλλιά της και απανθρακώθηκε. Ο Βαγγέλης, τότε, σαν σωστός τζέντλεμαν που ήτανε, το έβαλε στα πόδια, με το σώβρακο γυμνός καθώς ήτανε, για να μην τον ανακαλύψουν οι μπάτσοι δίπλα στο πτώμα της.

Στρέητ είναι όποιος τον έφαγε και δεν του άρεσε... έτσι έλεγες χθες που πηδούσα τη μάνα σου! Και έλεγες ότι σου άρεσε κι όλας! Φανερόπουστα! Ο Βαγγέλης διαπίστωσε ότι δεν ήξερε ποια ήταν η μοίρα του, όταν όμως σταμάτησε να βρακωθεί, διαπίστωσε ότι κάτι υπήρχε στο βρακί του. Ήταν ένα post-it σε σχήμα πασχαλίτσας και ένα πεντοχίλιαρο. Το post-it έγραφε "Κόλλησε το post-it στην μπροστά μεριά του βρακιού σου και πήγαινε στο αεροδρόμιο. Εκεί, στο πρώτο υπόστεγο μετά τη δεύτερη αποβάθρα, τρίτη πύλη δεξιά, στην τέταρτη είσοδο, θα σε περιμένει ένα αεροπλάνο για να σε μεταφέρει στον τελευταίο προορισμό σου." Πρόσεξε τι θα γράψεις, μαλάκα.

Ε, όχι. Κανονικά θα έπρεπε, από καθαρή αξιοπρέπεια και μόνο, ενάντια στις χυδαίες αυτές προσβολές που εκτοξεύει αυτός ο γελοίος για το άτομό μου και τον ανδρισμό μου, να σηκωθώ και να φύγω και να μην ξαναντικρίσω ποτέ κανέναν σας. Από την άλλη, όμως, δεν μπορώ να αφήσω τον Βαγγέλη έτσι. Θα ήταν ανεύθυνο εκ μέρους μου, κι εγώ μόνο ανεύθυνος δεν είμαι. Κι επίσης πούστης. Δεν είμαι.
Ο Βαγγέλης, λοιπόν, περνώντας το σωματικό έλεγχο του αεροδρομίου, με το post-it που είχε κολλήσει στο βρακί του, μπήκε στο αεροπλάνο, το οποίο εκείνη τη στιγμή αναχωρούσε για το Διεθνές Αεροδρόμιο της Κάτω Μουσουνίτσας, προκειμένου να κρυφτεί από τους μπάτσους που τον καταζητούσαν με μανία για το φόνο της Πεταλουδίτσας. Κι εκεί μέσα βρήκε κάποιον που δε θα περιμένατε ποτέ να συναντήσει.
Τον Έντι Φαν Χάλεν.

Ε, άει στο διάολο κι εσύ κι ο Φαν Χάλεν, μαλάκα. Τα παρατάω. Αρνούμαι να συνεχίσω αυτήν την αηδία. (Αηδία έγινε μόλις εμφανίστηκε κάποιος ροκ σταρ, ονόματα δε λέμε, υπολήψεις δε θίγουμε, εκτός από τη δικιά σου και της μάνας σου.) Ή μάλλον, μου ήρθε μια ιδέα. Θα τη συνεχίσω. Ο Έντι φαν Χέιλεν τον κοίταξε στα μάτια και του είπε: 
-Ένας μπλόγκερ από τη Θεσσαλονίκη είναι πολύ μεγάλος μαλάκας. Δεν αντέχω άλλο να με αναφέρει. Αυτοκτονώ. Καλά θα κάνει να αυτοκτονήσει κι εκείνος. Άει στο διάολο πια. 
Και έτσι, πήρε την κιθάρα του και την έχωσε στον κώλο του, και πέθανε. Ο Βαγγέλης μπήκε στο αεροπλάνο και εκεί είδε άντρες ντυμένους με μαύρα κουστούμια και γυαλιά ηλίου. Ένας από αυτούς του έδωσε ένα μαντολίνο. Εκείνος είπε:
-Μα δεν ξέρω να παίζω!
Όμως τα δάχτυλα του ξεκίνησαν να παίζουν το sad but true, μαντολίνικ εντίσιον.
Kαι πού 'σαι, κατα λάθος έβαλες ένα "δεν" στην προηγούμενη παράγραφο, μετά το "πούστης."

Τι λες μωρή βλάχα, βλαχάρα, αμόρφωτη, τελευταία, γριά, σαραντάρα, που έβγαλες το δημοτικό με μέσον, θα πιάσεις εσύ στο στόμα σου τον μπλόγκερ απ'τη Θεσσαλονίκη, καλά τον Φαν Χάλεν ποιος τον γαμεί κιόλας, άντε πάγαινε στο χωριό σου στη Χίο να βόσκεις μαστίχες, ηλίθιε, πεταμένε, ξέβρασμα της λάσπης, ανήθικε. Εγώ φεύγω. Τέλος. Οριστικά κι αμετάκλητα.

Στο διάολο, ρε γελοίε. Πού θα πας; Σπίτι σου είμαστε!  Να πας εσύ στο Κωλοχώρι σου να ξεγεννάς φέτες... σόρρυ, τυριά. 

Άντε γαμήσου ρε Γρηγόρη.

Να πας. Αλλά όχι με το Μαράκι πάλι. Και δεν εννοώ τη μάνα μου.

Εσύ μόνο με το Μαράκι. Κι εννοώ τη Μαρία Παλάμη. Μαλάκα.

Τελείωνε τώρα, πάμε να φύγουμε. Ετοιμάσου. Θα γράψω εγώ επίλογο. 

Ε, όχι ρε συ. Δεν το παλεύω άλλο. Γιατί να τελειώνεις πάντα εσύ πρώτος;

Γιατί εσύ άρχισες πρώτος! Και έβαλες και τίτλο, και τελικά δεν τον κάναμε ακόμα λοχαγό!

Ε, καλά. Και μετά που έβαλε την κιθάρα ο Φαν Χάλεν στον πάτο του και αυτοκτόνησε, ο Βαγγέλης ανακηρύχθηκε λοχαγός γιατί προσέφερε εντεταλμένη υπηρεσία στη μουσική. Ικανοποιήθηκες τώρα; Έβγαλες το άχτι σου πάνω στον Φαν Χάλεν, κομπλεξικέ;

ΝΑΙ! Άντε ντύσου τώρα! Θα χάσω τον υδραυλικό!

...και τον υδραυλικό μωρή πουστάρα;

Να μου κλείσει την τρύπα στο μπάνιο θέλω, όχι στα υδραυλικά μου! Δεν ξέρω αν το ξέρεις, αλλά υπάρχουν και τέτοιοι υδραυλικοί.

Στη μάνα σου όμως δεν το έχω πει ακόμα. Άντε πάμε.

Όπως καταλάβατε, κυρίες και κύριοι, αυτό ήταν το αποτέλεσμα της επίσκεψής μου στην οικία του Θωμά. Και το να χάσω συντριπτικά στο trivial pursuit, αυτό όμως δεν το λέμε. Προφανώς και ξεκίνησε αυτό, σε κάθε "αφήνουμε γραμμούλα" που έλεγε η κυρία Τούλα στο δημοτικό, αλλάζει και ο συγγραφέας, και τόσο το γεγονός να αφήσουμε την ιστορία ατελή, όσο και το να βριστούμε ήταν προσχεδιασμένα. Καλή τύχη, και το τέλος να το σκεφτείτε μόνοι σας και να το γράψετε σε σχόλιο. Μετά, δημοκρατικά, θα ψηφίσω το καλύτερο. Γρηγόρης out.
Α, ναι, δίκιο έχει, αυτά και να προσέχετε μη σας ταΐσουν χοιρινό με πράσο κι εσείς δεν τρώτε πράσο και μετά η αδερφή ενός μπλόγκερ από τη Θεσσαλονίκη με 5 γράμματα σας ξεσκίσει στο Trivial Pursuit.

9 σχόλια:

  1. Υποψήφιο τέλος από μια μεγάλη προσωπικότητα του blogging:
    Μα αυτό το μαντολίνο δεν ήταν ένα οποιοδήποτε μαντολίνο. Το κληροδότησε η τριτοξαδέλφη της αδελφής της κουνιάδας του θείου του μπατζανάκη του γαμπρού της κυρίας Νίτσας από το Κάτω Αρνοχώρι στο Ίδρυμα Φτωχομπινεδάκης, ο οποίος ήταν σούπερ κολλητούληζ ενός από τους σεκιουριτάδες. Μα αυτές τις δυνατότητες δε μπορούσε να τις έχει ο Βαγγέλης. Γιατί έπρεπε να παίξει το Γίνε Μαζί Μου Ένα για να οδηγήσει τους σεκιουριτάδες και μέλη της μυστικής οργάνωσης B.U.T.T. (Butterfly Unicorn Take Them) στο να βρουν το Paradise City, εκεί που το χορτάρι είναι πράσινο και τα κορίτσια όμορφα. Γι' αυτό δεν τα κατάφερε.
    Έγινε μια έκρηξη που μετέτρεψε τους πράκτορες σε κουνέλια που μιλάνε. Και ο Βαγγέλης έπρεπε να οδηγήσει μόνος του το αεροπλάνο.Πράγμα που δε μπορούσε να κάνει. Γιατί δεν είχε πάρει ζακέτα από τη μάνα του.
    -Τι θα γίνει ρε μαλάκα; ρώτησε ένας σεκιουριτάς-κουνέλι.
    -Στιφάδο. Αυτό θα γίνει, έκανε εκνευρισμένος ο Βαγγέλης.
    Και τότε πάτησε ένα κουμπί που βρήκε πρόχειρο. Μα δεν ήξερε τι επρόκειτο να πάθει. Γιατί εμφανίστηκε ένα μπουκάλι που έγραφε πάνω "Πιες με μη σε γαμήσω". Φοβούμενος μήπως το μπουκάλι τον γαμήσει, έκανε την προσευχή του ανάποδα και άρχισε να πίνει.
    Μόλις ξύπνησε, αντέκρισε την Πεταλουδίτσα. Με χαρά την άκουσε να λέει:
    -Γκούγκουαμπου.
    -Αλήθεια το λες αυτό; τη ρώτησε χαρούμενος.YOLO SWAG μωρό μου.
    Μα ήταν παγίδα. Η Πεταλουδίτσα είχε σκηνοθετήσει το θάνατο της για να τον φέρει κοντά της και μετά να τον σκοτώσει. Μέχρι και το ατύχημα ήταν σκηνοθετημένο. Η κιουρία τα χε σχεδιάσει όλα. Έτσι, του είπε με τα ωραία της ελληνικά ότι θα κάνουν σεξ αν πρώτα να παρακολουθήσει Τατιάνα και στο καπάκι Δέστε Τους.
    Μα ο Βαγγέλης πέθανε από την πολλή πτώση του IQ. Αναγεννήθηκε ως κλαρινογαμπρός, αλλά δε θυμόταν την Πεταλουδίτσα.
    Τα κουνέλια-σεκιουριτάδες, μετά το ατύχημα, μεταμορφώθηκαν σε άλογα και έπειτα σε κεφτέδες για το ΙΚΕΑ.
    Και, τέλος, η Πεταλουδίτσα έγινε φιλόλογος σε φροντιστήριο, αφού πρώτα έδωσε Πανελλήνιες και τέλειωσε τη σχολή της σε 565 χρόνια.
    Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πολύ ενδιαφέρον! Θα σκεφτούμε σοβαρά την πρότασή σας, αν υπάρξει ανταγωνισμός. Για την ίδια την ανάρτηση, κανένα σχόλιο;

      Διαγραφή
    2. Νομίζω ότι η έκρηξη που μετέτρεψε τους πράκτορες σε κουνέλια που μιλάνε ήταν λίγο υπερβολική. Κατά τα λοιπά εγκρίνω.

      Διαγραφή
    3. δεν πρόκειται να πατήσω Θεσσαλονίκη, γιατί όλα τα ναρκωτικά σας είναι χαλασμένα και οι παρενέργειές τους σε κάνουν να βλέπεις μπράβους σε νυχτερινά μαγαζιά που έχουν, αντί για μύτη, χερούλια και θυμίζουν ντουλάπες

      Διαγραφή
    4. Η άσπρη σκόνη είναι μία: η άχνη της μπουγάτσας.

      Διαγραφή
  2. Ανώνυμος18/11/13 20:58

    Αυτά είναι οι λεγόμενες αλλαξοκωλιές;

    Πρόεδρας ΑΠΙ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Παρακαλούμε να χρησιμοποιείτε σεμνότερο λεξιλόγιο εντός αυτού του χώρου, ευχαριστούμε.
      Υ.Γ. Ναι, είναι.

      Διαγραφή
  3. Δεν μας φτάνατε ένας ένας θα σας έχουμε και compo τώρα;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Θα νιώσετε την οργή μας σε όλο της το μεγαλείο.

      Διαγραφή

Ξέρετε, πολλές φορές συμβαίνει τα σχόλια να είναι ακόμη πιο έξυπνα, εύστοχα ή ουσιαστικά από την εγγραφή καθεαυτή. ΟΧΙ ΕΔΩ. Αν σας έρθει καμιά εξυπνάδα, κρατήστε την για τον εαυτό σας.