Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

The Johnny Skull Trilogy: Το αγόρι που έπαιζε με τη φωτιά

Ο Τζόνι Σκαλ καθόταν στην Πίτσα Φατ, μία πιτσαρία με Κινέζο ιδιοκτήτη, και έτρωγε δύο πίτσες με μπέικον, μπέικον, μπέικον και έξτρα μπέικον. Το στούντιο τατουάζ που διατηρούσε είχε γίνει στάχτη και μπούρμπερη, και ο μόνος που μπορούσε να υποψιαστεί ήταν ο Μάικ Στρόνγκχεντ, παλιό αφεντικό του όταν είχε αναγκαστεί να κάνει το βαποράκι για να ξεπληρώσει στοιχηματικά χρέη.
Και ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνό του.
Ήταν ο ξάδερφός του ο Τζίμι.
-Ε, ξάδερφε! Θες να πάμε για μπιλιάρδο;
-Δεν έχω όρεξη, Τζίμι. Το μαγαζί μου κάηκε.
-Ω...αυτό είναι πολύ σοβαρό. Αλλά ξέρεις τι λένε. Το μπιλιάρδο τα θεραπεύει όλα.
-Δεν το λένε. Το λες εσύ που το μόνο σου εισόδημα είναι τα ψευτοστοιχήματα που βάζεις στο μπιλιάρδο. Αλλά παρ'όλα αυτά θα έρθω μαζί σου. Στο Head Crusher?
-Πού αλλού;
Μισή ώρα αργότερα, ο Τζόνι βρισκόταν στο Head Crusher, που, όπως θα μπορούσατε να φανταστείτε για ένα μπιλιαρδάδικο με όνομα από τραγούδι των Μέγκαντεθ, ήταν ένα σκοτεινό χαμαιτυπείο, που συγκέντρωνε ένα σωρό τύπους που ο μπαμπάς σου θα σου έλεγε να μην κάνεις παρέα.
Το μέρος βρωμοκοπούσε καπνό, φτηνά αρώματα και αλκοόλ που το μάζεψαν από το ναυάγιο της BP στον κόλπο του Μεξικού. Ο Τζόνι έψαξε τον ξάδερφό του πάνω σε κάποιο από τα τραπέζια, αλλά αυτός ήταν λίγο παραπέρα, όπου κάτι μεθυσμένοι τον κοπανούσαν με μπουκάλια μπύρας.
-Σπάστε, έκανε ο Τζόνι κι αμέσως οι μεθυσμένοι έσπασαν. Κι εσύ ρε βλαμμένο δε σου έχω πει να μην κάνεις μανούρες με σουρωμένους;
-Έβαλα στοίχημα για ένα παιχνίδι και πήγαν να με κλέψουνε.
-Ξεκόλλα επιτέλους ρε μαλακιστήρι από δω μέσα. Τι θα πει η μάνα σου άμα σε δει στη φυλακή;
-Καλώς τον, απάντησε, και οι δύο άντρες γέλασαν.
Καθώς ο Τζόνι έστηνε τις μπάλες, το μάτι του πήρε, ανάμεσα στους καπνούς και στους βαρυποινίτες-to-be που σύχναζαν εκεί μέσα, μια ξανθιά νταρντάνα που φορούσε ένα προκλητικό ξώπλατο. Αλλά δεν ήταν μια οποιαδήποτε πλάτη. Είχε ένα μεγάλο τατουάζ, το οποίο έδειχνε μια γυμνή γυναίκα...όχι, νύμφη, πάνω σε ένα άσπρο άλογο, κι από πίσω έσκαγε ένα ηφαίστειο, και μια στρατιά από ζόμπι...
Ο Τζόνι παράτησε τον ξάδερφό του στο τραπέζι.
-Έι, πού πας; Έλα εδώ να σε νικήσω!
Ο Τζόνι αγνόησε αυτήν την δήλωση του Τζίμι και πλησίασε την εντυπωσιακή εκείνη ξανθιά.
-Νάστια;
Η Νάστια γύρισε και, μόλις τον αντίκρισε, γύρισε και του έριξε μια γερή κλωτσιά στ'αρχίδια.
-Κι εγώ χαίρομαι που σε βλέπω, Νάστια, είπε, προσπαθώντας να καταπνίξει τον πόνο του, ο Τζόνι.
-Τι γυρεύεις εδώ, Τζόνι Σκαλ; είπε αυτή με τη χαρακτηριστική ρώσικη προφορά της.
-Είμαι στους πέντε δρόμους, και τυχερός που δεν είμαι στα θυμαράκια.
-Το ξέρω, είπε ήρεμα αυτή. Εγώ σε πήρα τηλέφωνο για να σε ειδοποιήσω.
-ΕΣΥ; Πώς το ήξερες;
-Περνούσα τυχαία χθες βράδυ έξω απ'το μαγαζί σου. Όχι εντελώς τυχαία δηλαδή, ήθελα να γράψω με κόκκινο μαρκαδόρο στη βιτρίνα σου "Ο Τζόνι Σκαλ με κεράτωνε με την αδερφή μου". Αλλά εκείνη τη στιγμή είδα μια σκιά να μπαίνει μέσα, και να τοποθετεί τη βόμβα, απ'αυτές τις βόμβες στις ταινίες με το μεγάλο ρολόι πάνω. Αλλά την έκρυψε πολύ καλά, δε θα μπορούσες να τη βρεις ακόμα κι αν την έψαχνες.
-Θα μπορούσες ίσως να με είχες ειδοποιήσει νωρίτερα απ'το ένα λεπτό! έκανε ο Τζόνι, μη μπορώντας να πιστέψει αυτά που άκουγε.
-Και γιατί να το κάνω τόσο εύκολο για σένα; γέλασε σαδιστικά η Νάστια.
-Τότε γιατί με ειδοποίησες κιόλας;
-Γιατί κάποια μέρα θα σε σκοτώσω εγώ, με τα ίδια μου τα χέρια. Ως τότε όμως, θα σε βοηθήσω να βρεις αυτό το κάθαρμα, τον Στρόνγκχεντ.
-Πού...πού το ξέρεις ότι ψάχνω τον Στρόνγκχεντ;
-Έλα τώρα! Αφού δεν ήμουν εγώ που ήθελα να σε σκοτώσω, ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι; Άλλωστε, έχω κι εγώ λόγους να θέλω να εκδικηθώ αυτόν τον μπλιατ. Όταν μπήκες στη στενή, τα έφτιαξα με τον Στρόνγκεχντ, για να παίρνω τη δόση μου...ΚΑΙ ΜΕ ΚΕΡΑΤΩΣΕ ΜΕ ΤΗΝ ΑΔΕΡΦΗ ΜΟΥ! Τι σκατά βρίσκετε όλοι σε αυτή την κούρβα την Ιρίνα;
-Ξέρω γω; Ότι δεν μπορεί να μας δείρει; γέλασε ο Τζόνι.
-Φυσικά, φυσικά, έκανε περιπαικτικά η Νάστια. Είστε ευαίσθητα αγοράκια και δεν μπορείτε να αντέξετε μια δυναμική γυναίκα. Λοιπόν, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Σήκω και πάμε να βρούμε εκείνον τον τσάτσο του Στρόνγκχεντ.
-Ποιον τσάτσο;
-Τον αυτοφωράκια του μωρέ, το ρουφιανάκι του, εκείνο το σκυλί το μαύρο, τον Σβάρτσενμπεργκ!
-Έχω να παίξω μπιλιάρδο με τον ξάδερφό μου...
-Χέσε αυτόν τον μικροαπατεώνα κι ακολούθα με, είπε η Νάστια. Θα βρούμε αυτό το σκουλήκι και θα το κάνουμε να πληρώσει για όσα μας έκανε!
-Καλά, είπε ο Τζόνι κι έκανε να ειδοποιήσει τον Τζίμι ότι φεύγει, αλλά διαπίστωσε ότι τον έδερνε ένας τύπος με τη στέκα κι αποφάσισε να τον αφήσει στην ησυχία του.
Λίγα λεπτά αργότερα, ο Τζόνι κι η Νάστια καβαλούσαν την εμβληματική Χάρλεϊ των τριών χιλιάδων κυβικών που είχε να αλλάξει λάδια απ'το 1984, μέσα απ'τις κατάφωτες και χιλιοπερπατημένες λεωφόρους του Μανχάταν, ανάμεσα στους ουρανοξύστες που ύψωναν με αυθάδεια το ανάστημά τους πέρα και πάνω απ'την ανθρώπινη φύση κι έδιναν το δικό τους κωλοδάχτυλο σε όλους αυτούς που έλεγαν ότι ο ουρανός είναι το όριο.
Ένας ατελείωτος παράδεισος γκλαμουριάς και ψευτογκλαμουριάς, όπου το καταναλωτικό Αμερικάνικο Όνειρο έβρισκε την εφαρμογή του σε γκαρσονιέρες με χίλια δολάρια νοίκι, πανάκριβες γόβες Λουμπουτέν και σεξουαλικές στήλες σε γυναικεία περιοδικά από σαραντάρες με απωθημένα.
Αλλά αυτός ο παράδεισος δεν ήταν ο προορισμός του Τζόνι και της Νάστια. Μερικά χιλιόμετρα παραπάνω, στην καρδιά του Μπρονξ, ήταν ο άνθρωπος που ψάχνανε. Η γκλαμουριά του Μανχάταν, που τόσο πολύ κοπιάζει να αναδείξει η τηλεόραση, έδινε τη θέση της στη βρώμα, τη φτώχεια, τη δυστυχία και την απόγνωση.
Σε μια θλιβερή πολυκατοικία, σε έναν σκοτεινό και καταθλιπτικό δρόμο, ένα διαμέρισμα στον πέμπτο όροφο, οι τοίχοι γεμάτοι με λεκέδες από μούχλα, αίμα, σπέρμα και λοιπά συστατικά που βρέθηκαν σε κάποιο άλμπουμ κάποιου συγκροτήματος το 1996, ζούσε ο Άνταμ Σβάρτσενμπεργκ, "λογιστής", αυτοφωράκιας και τσάτσος του εγκληματικού εγκέφαλου ονόματι Μάικ Στρόνγκχεντ.
Καθώς ανέβαινε τις σκάλες, ο Τζόνι αναλογιζόταν ότι θα έσπαζε την πόρτα με μια καρατιά, θα βουτούσε τον Σβάρτσενμπεργκ απ'το λαιμό και θα τον έκανε νταούλι στο ξύλο, ανακράζοντας "Με θυμάσαι ρε πούστη". Αλλά δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα από αυτά, γιατί η πόρτα ήταν ήδη σπασμένη, και το μόνο που υπήρχε στο διαμέρισμα ήταν τα απομεινάρια ενός καμένου καναπέ.
-Τι στον μπούτσο...ήταν το μόνο που μπόρεσε να αναφωνήσει ο Τζόνι, όταν βγήκε από τη διπλανή πόρτα μία ηλικιωμένη κυρία.
-Μη βρίζεις, παλικάρι μου, δεν είναι σωστό, ο Θεός εκεί ψηλά ακούει...
Ο Τζόνι προσπάθησε να συγκρατήσει την οργή του και να μη βρίσει τη γιαγιούλα. Αντ'αυτού ρώτησε, όσο πιο ευγενικά μπορούσε:
-Ξέρετε μήπως τι έγινε αυτός που ζούσε εδώ πέρα;
-Ο Άνταμ; Χρυσό παιδί, δεν προκαλούσε ποτέ φασαρίες.
-Εμένα θα με πεις, έκανε ειρωνικά η Νάστια.
-Μου είπε ότι είχε ένα ατύχημα με μια ηλεκτρική θερμάστρα. Μάζεψε όπως όπως τα πράματά του και πήγε να μείνει στην αδερφή του στο Μανχάταν, στη Λεωφόρο Μάντισον 745. Θέλετε ένα μπισκοτάκι;
Ο Τζόνι κι η Νάστια σίγουρα δεν ήθελαν μπισκοτάκι, έτσι έφυγαν. 
-Βρωμάει η δουλειά, είπε η Νάστια.
-Μπα, ο καμένος καναπές είναι, απάντησε ο Τζόνι.
-Τι λες, βρε ηλίθιε! απάντησε εξοργισμένη η Νάστια. Η γριά μας είπε ότι μάζεψε όπως όπως τα πράματά του, αλλά το μόνο που υπήρχε εκεί μέσα ήταν ο καμένος καναπές. Ούτε ηλεκτρική θερμάστρα, ούτε κανένα άλλο έπιπλο. Λες να μάζεψε όπως όπως το γραφείο του, την κουζίνα του και το σκρίνιο;
-Πού το πας, Νάστια;
-Προσχεδιασμένα ήταν όλα, μπούφε! Μάζεψε τα πράματά του, κι έβαλε φωτιά στο σπίτι για να καλύψει τα ίχνη του! Η Λεωφόρος Μάντισον δεν έχει 745! Πάω στοίχημα ότι ο τύπος δεν είχε καν αδερφή!
-Και τότε τι σκατά κάνουμε, μου λες;
-Δεν έχουμε παρά να πάμε στο κωλάδικο που είχε για βιτρίνα ο Στρόνγκχεντ, τη Μαύρη Ορχιδέα.
-Μα αυτό έκλεισε πριν από έξι χρόνια, όταν τον βάλανε στη στενή.
-Νομίζεις! Συνέχισε να το λειτουργεί ο Σβάρτσενμπεργκ. Θα άφηνε ένας Οβραίος τέτοια ευκαιρία να βγάλει λεφτά;
-Πότε έβγαζε λεφτά η Μαύρη Ορχιδέα;
-Έβγαζε στο κλαρί τις χορεύτριες, βλάκα! Ποιος νομίζεις ότι αγόρασε την πανάκριβη Φεράρι της Ιρίνα;
-Ξέρω γω; Θα μπορούσε να είναι όλο το Μανχάταν!
-...σωστό κι αυτό. Έλα, μη χασομεράς, πάμε!
Η Μαύρη Ορχιδέα ήταν ένα παρακμιακό κωλάδικο, σε έναν έρημο αυτοκινητόδρομο του Νιου Τζέρσι, με μόνο κτήριο σε ακτίνα ενός χιλιομέτρου ένα σταθμό για φορτηγατζήδες. Και, προς μεγάλη έκπληξη του Τζόνι και της Νάστια, πάνω στην πόρτα υπήρχε ένα χαρτί που έγραφε "Κλειστό λόγω επιδημίας χλαμυδίων".
-Γαμώ! είπε ο Τζόνι. Γυρίσαμε όλη την Νέα Υόρκη για ένα τίποτα! Έτσι μου 'ρχεται να βάλω μια φωτιά και να πέσω εγώ ο ίδιος μέσα...
-Σκάσε! είπε η Νάστια επιτακτικά. Σαν κάτι να ακούω από πίσω. Έλα μαζί μου.
Κάνοντας τον κύκλο του κτηρίου, βρήκαν μια σκιά, έναν μικροκαμωμένο άντρα να κουβαλάει στην πλάτη του ένα τεράστιο μαύρο σακβουαγιάζ, πλησιάζοντας ένα αυτοκίνητο, μια αστραφτερή και γυαλιστερή κόκκινη Μάστανγκ του '67.
-Εσύ εκεί! φώναξε με τη στεντόρεια φωνή του ο Τζόνι. Ο άντρας τα 'χασε. Η τσάντα του έπεσε απ'την πλάτη κι ο ίδιος γύρισε αργά και διστακτικά προς τα πίσω, τρέμοντας σαν να είχε καταπιεί μια κυψέλη.
-Ποιος...ποιος είσαι; Μείνε μακριά μου! Λεφτά έχω σ'αυτή την τσάντα! Πάρ'τα όλα και φύγε!
-Δε θέλω τα λεφτά σου, χαμερπές σκουλήκι! άστραψε και βρόντηξε ο Τζόνι. Θέλω να μου πεις που βρίσκεται ο Στρόνγκχεντ!
-Α...ο Τζόνι Σκαλ...κι η Νάστια...τι κάνετε...πόσον καιρό έχουμε να τα πούμε, είπε ο Σβάρτσενμπεργκ, χωρίς να έχει σταματήσει να τρέμει.
-Κι ήρθε η ώρα να τα πούμε για καλά, είπε ο Τζόνι με ένα σαδιστικό χαμόγελο, πλησιάζοντας κι άλλο τον Σβάρτσενμπεργκ. Πολύ περίεργα πράγματα συμβαίνουν τώρα τελευταία, Σβάρτσενμπεργκ. Το σπίτι σου κάηκε, στο μαγαζί σου έπεσε επιδημία χλαμυδίων...οι δέκα πληγές του Φαραώ σε βρήκανε!
-Ναι...είδες...θα πρέπει να έχω ανάδρομο Ερμή...ψέλλισε ο Σβάρτσενμπεργκ.
-Ναι, ναι, ανάδρομος Ερμής, έκανε ο Τζόνι. Γι'αυτό ανατινάχτηκε το μαγαζί μου!
-Δεν ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς...
-Και πού πας με μια τσάντα γεμάτη λεφτά;
-Λεφτά...δεν έχει μέσα λεφτά! Ποιος είπε λεφτά! Μέλι έχει...ναι, βαζάκια με μέλι...
-Κράτα με γιατί θα τον λιανίσω, είπε ο Τζόνι. Εκεί παρενέβη η Νάστια.
-Αρκετά έπαιξες, ανθρωπάριο. Το σχέδιό σου μπάζει. Ήθελες προφανώς να μαζέψεις ό,τι λεφτά μπορούσες και να σβήσεις τα ίχνη σου. Αλλά σε βρήκαμε, και τώρα θα μας πας στο αφεντικό σου!
-Ποιο...ποιο αφεντικό μου...εγώ είμαι ελεύθερος επαγγελματίας...διατηρούσα την επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος "Μαύρη Ορχιδέα" και κανείς δε θα αμφισβητήσει την ακεραιότητά μου...
Ο Τζόνι του έριξε ένα γερό χαστούκι.
-Ποιο αφεντικό σου, ρωτάς; Τον Στρόνγκχεντ! Αυτό το αφεντικό σου, που το έσκασε από τη φυλακή κι ήρθε να με ανατινάξει!
-Δεν...δε συνεργάζομαι πια με τον Στρόνγκχεντ...μαλώσαμε...μπήκε φυλακή...χαθήκαμε...
-Άσε το παραμύθι, σιχαμερή νυφίτσα! βρυχήθηκε ο Τζόνι. Θα πάρεις τα λεφτά, θα πας να βρεις πού κρύβεται ο Στρόνγκχεντ και θα την κάνετε μαζί για το Μεξικό, σωστά;
-Εντάξει! Εντάξει! Το ομολογώ! Είχαμε διαρκή επικοινωνία με τον Μάικ. Εγώ οργάνωσα απ'έξω την απόδρασή του, εγώ σκαρφίστηκα το σχέδιο για να καλύψουμε τα ίχνη μας. Το σπίτι μου κι η Μαύρη Ορχιδέα ήταν μέρη που σίγουρα θα τον έψαχναν οι μπάτσοι, οπότε έπρεπε να τα εγκαταλείψουμε οριστικά. Μάζεψα την αποζημίωση απ'την ασφάλεια του σπιτιού κι όλα τα κέρδη που είχα απ'τη Μαύρη Ορχιδέα, έδιωξα κακήν κακώς τις χορεύτριες και ναι...όταν ηρεμήσουν τα πράματα θα φύγουμε για το Μεξικό... Αλλά ούτε για μια στιγμή δεν είχαμε εσένα στο μυαλό μας, Τζόνι, πρέπει να με πιστέψεις...
-Αρχίδια! φώναξε ο Τζόνι. Λοιπόν, ερπετό, θα μας οδηγήσεις στον Στρόνγκχεντ!
-Αυτό αποκλείεται!
-Θες μήπως να δεις τι γεύση έχουν τα νερά του Χάντσον αυτή την εποχή;
-Όχι! Όχι! Εντάξει...θα σας οδηγήσω στο κρησφύγετο...είναι μια ερειπωμένη αποθήκη κοντά στο αεροδρόμιο Λαγκάρντια...αλλά θα μ'αφήσετε να ζήσω...δεν ξέρω τίποτα για την έκρηξη στο μαγαζί...αλήθεια...πρέπει να με πιστέψετε...
-Σκάσε, κλαψιάρη, είπε ο Τζόνι, κι ανέβα στη μηχανή.
Κι έτσι, αυτό το παράξενο τρικάβαλο, ο θηριώδης τατουατζής που εν μία νυκτί έχασε το βιος του, η άγρια κι επιθετική Ρωσίδα δασκάλα πολεμικών τεχνών, κι ο θρασύδειλος εγκληματίας και συνωμότης, ξεκίνησαν για να διασχίσουν για άλλη μια φορά την μεγαλειώδη πόλη της Νέας Υόρκης, χωρίς να φαντάζονται τι αποκαλύψεις θα τους έφερνε...
Μείνετε στις θέσεις σας για το συγκλονιστικό λέμε τώρα φινάλε.

6 σχόλια:

  1. Nα μαντέψω πως ο Τζόνι είναι άθεος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πού το στηρίζεις αυτό το συμπέρασμα;

      Διαγραφή
    2. Επειδή ήταν αντιδραστικότατος ως προς τη γιαγιούλα.

      Διαγραφή
    3. Α, σωστά. Η γιαγιούλα. Κολλάς κι εσύ σε κάτι λεπτομέρειες.

      Διαγραφή
  2. Στρονγκχεντ...όταν λεω εγω πως το χεις...να μ'ακους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Ξέρετε, πολλές φορές συμβαίνει τα σχόλια να είναι ακόμη πιο έξυπνα, εύστοχα ή ουσιαστικά από την εγγραφή καθεαυτή. ΟΧΙ ΕΔΩ. Αν σας έρθει καμιά εξυπνάδα, κρατήστε την για τον εαυτό σας.