Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Αποστάγματα σοφίας

Ο Ρασκόλνικωφ, εκτός από θείος της Κατερίνας, της επίσημης μπουγατσούλας του ΚΠΣΑ, και μαινόμενος σφαγέας Πασπιτών, είναι και εμπνευστής μπλογκοπαίχνιδων. Την επόμενη φορά θα τον στείλουμε να κάνει παρέα στο Στέφανο Μαξ, αλλά τώρα για κάποιο λόγο έχω την όρεξη να απαντήσω στην πρόκλησή του να γράψω δέκα σοφές ρήσεις.
  1. Μην εμπιστεύεσαι ποτέ το φούρνο μικροκυμάτων να σου ζεστάνει σούπα.
  2. Αν δεν κοιτάς κάθε φορά και από τις δύο φορές του δρόμου πριν περάσεις, ο Θεούλης δε θα σε αγαπάει και θα σε στείλει στην κόλαση.
  3. Λέω πράματα δεδομένα, έτσι όπως τα πασάρω όμως όλοι νομίζουν πως είπα κάτι ψαγμένο.
  4. Το να είσαι μηχανολόγος προϋποθέτει πολύ σκληρή χειρωνακτική εργασία.
  5. Αν δεις καράβι στο βουνό, πάει να πει ότι πρέπει επειγόντως να κόψεις τους μπάφους.
  6. Οι χοντροκώλες κάνουν τον κόσμο να γυρνάει.
  7. Αν πρέπει να σου υπενθυμίζουν από τα μεγάφωνα του μετρό να μην πλησιάζεις πολύ κοντά στην άκρη, τότε δεν αξίζεις να στο υπενθυμίζουν.
  8. Η ζωή είναι σαν μία τεράστια σακούλα Ντορίτος: αν επιχειρήσεις να τη φας όλη, θα βαφτούν τα χέρια σου πορτοκαλί, θα πονέσει το στομάχι σου και θα σου φωνάζει η μάνα σου που τρως σκατολοΐδια αντί να φας τα φασολάκια που με τόσο κόπο μαγείρεψε.
  9. Κάθε πρόβλημα μπορεί να λυθεί είτε με το δύσκολο τρόπο είτε με τον πολύ δύσκολο τρόπο.
  10. Υπάρχουν και τα πόμολα, Κόναν.
Και τώρα πρέπει να πετάξω το μπαλάκι σε τρία άτομα; Ωραία. Διαλέγω Τσάριζαρντ, Πίκατσου και Τζίγκλυμπαφ Γρηγόρη, Ιωάννα και Κατερίνα.
Αυτά, και να προσέχετε όταν ο κόσμος προσπαθεί να σας μεταδώσει τη σοφία του γιατί αυτά είναι πολύτιμα μαθήματα ζωής και κάποια μέρα θα τα θυμάστε αυτά και θα χτυπάτε το κεφάλι μου στον τοίχο.

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Roses are red

Ένα από τα εκατοντάδες ταλέντα μου, μαζί με τα άλλα που βαριέμαι να απαριθμήσω γιατί είναι εκατοντάδες, είναι και η ποίηση. Σήμερα, λοιπόν, λέω να σας επιδείξω αυτό το ταλέντο, σε ένα επικό στιχούργημα ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου ομοιοκατάληκτου που θα στείλει κάτι πουθενάδες σαν τον Ελύτη και τον Καρυωτάκη να σχεδιάζουν μηχανολογικό σχέδιο.
Ήτανε μέρα όμορφη εις την Θεσσαλονίκη,
τα κομπρεσέρια βάραγαν και ούρλιαζαν οι λύκοι,
ποιοι λύκοι, τώρα, θα με πεις, αφού είναι ακόμα μέρα,
ποιητική αηδία, θα σε πω, και θα σε κάνω πέρα.
Μην πείτε, Αθηναίοι μου, τα με πως είναι λάθος.
Τη γνώμη μου υπερασπίζομαι με τόλμη και με πάθος.
Ο ήρωας μας ήτανε λαμπρός μηχανολόγος
κι επαναστάτης -άραγε χωρίς να υπάρχει λόγος;-
φόρτωσε τ'αυτοκίνητο να κάνει μακρύ ταξίδι
πήγε για να βρει γιατρειά για το δεξί του αρχίδι
που του 'χαν πρήξει οι γκόμενες, εκείνες που δεν είχε
κι έψαχνε να βρει γέροντα, που μυστικό κατείχε
το μέγα της ζωής, κι όλης της γης την ερμηνεία
και όλες του τις συμβουλές κατά την αγαμία.
Καθώς το αμάξι έτρεχε, σταμάτησε στα διόδια
που οι "Δεν Πληρώνω" είχανε μπλοκάρει με εμπόδια
και παίζαν τάβλι πάνω τους και ρίχνανε ασσόδυα
κι ο ήρωας τα παράτησε και πήγε με τα πόδια.
Μες στο λιβάδι βάδιζε, τον σταματάει ένας κλέφτης
και τότε είπε ο ήρωας, αληθεια, δεν είμαι ψεύτης,
"Εσύ, ρε κλέφτη που κοιτάς, τράβα και γαμήσου,
μου πήρες τη ζωή μου εσύ, σου παίρνω τη δική σου".
Κάτσε, για στάσου ένα λεπτό, αυτό είναι των Άιρον
Μέιντεν. Είμαι ποιητής ωσάν τον λόρδο Μπάιρον.
"Σιγά εσύ, ηρέμησε, μη φύγει κάνας πόντος,
κι είναι Κυριακή πρωί κι είναι κλειστός ο Χόντος"
ηκούσθη βροντερή φωνή στου ουρανού την άκρη.
Στα μάγουλα του ήρωα εκύλησε ένα δάκρυ
από του κόσμου την σκληρή και αδάμαστη κακία
κι ορκίστηκε εκδίκηση ενάντια στην κοινωνία.
Συνέχισε το δρόμο του μέσα στο λιβάδι
μέχρι που τον σταμάτησε ένα παχύ γελάδι
και το γελάδι μίλησε, και με σοφία του λέει:
"Τα γελάδια δε μιλάν, μήτε κι οι αρουραίοι,
μάλλον θα σε χαλάσανε οι πολλοί οι μπάφοι
κι έρχεσαι τώρα εσύ εδώ να κάνεις τον Καβάφη".
"Σωστές είναι οι κουβέντες σου, σταράτες είναι όλες,
έλα όμως που σήμερα μου μύρισαν μπριτζόλες"
είπε ο ήρωάς μας κι έβγαλε τη χατζάρα
και το γελάδι έκανε ωραίο ψητό στη σχάρα.
Καθώς αποτελείωνε το τελευταίο κοψίδι
και ξάπλωνε την κορμάρα του εις το παχύ γρασίδι
έρχεται απ'τα βουνά μια βοσκοπούλα χάρμα,
κι ο ήρωάς μας ένιωσε πως του άλλαξε το κάρμα.
Ήταν ψηλή, ξανθή, λεπτή, με τουρλωτά καπούλια
του φάνηκε για μια στιγμή πως μοιάζει στη Μακρυπούλια
μετά το ξανασκέφτηκε και άλλαξε τη γνώμη,
γιατί η βοσκοπούλα ήτανε πιο νόστιμη ακόμη.
Η κοπελιά τον ρώτησε "Μην είδες το γελάδι,
που έβοσκε χορταράκια σε τούτο το λιβάδι;"
Ο ήρωάς μας τα 'χασε, έπεσε σαστιμάρα,
πώς θα την εκάλυπτε τούτη του την παπάρα;
"Μάλλον θα πήγε προς τα κει", της είπε και εσηκώθη
κι άρχισε τρεχαλητό, μα η κοπελιά δε νιώθει
έκανε αθλητισμό, στα τετρακόσια μέτρα
και τρέχει από πίσω του, και του πετάει μια πέτρα.
Η πέτρα ετούτη αστόχησε και βρήκε μιαν αρκούδα,
σε μια σπηλιά κοιμότανε, ήρεμη σαν τον Βούδα,
μα η πέτρα την εξύπνησε και το θεριό θυμώνει
και πάει να φάει τον ήρωα στη σχάρα με λεμόνι.
Μα τότε βγάζει ο ήρωας απ'την τσέπη μια κιθάρα
και με τέχνη περισσή παίζει επική σολάρα
που του'χε μάθει κάποτες ο Ντέιβ ο Μαστέι
πριν τον απολύσουν οι Χετφιλντοχαμεταίοι
και φτιάξει μπάντα θρυλική, που Μέγκαντεθ τη λένε
κι όσοι την μπάντα δεν ακούν στην κόλαση τους καίνε,
και πέφτει η αρκούδα ανάσκελα κι αρχίζει το χεντμπάνγκινγκ
κι ο ήρωας με την κοπελιά κάνουνε μπάντζι-τζάμπινγκ.
Το ξέρω πως δεν βγαίνει εδώ συμπέρασμα κανένα,
μα ρίμα δεν έβγαινε αλλιώς, μην τα 'χετε χαμένα.
Η κόρη ενθουσιάστηκε με του ήρωα το ταλέντο
κι ο ήρωας μας το 'δε αυτό σαν μέγα κομπλιμέντο
την πήρε και την πέταξε πίσω από κάτι βάτα
της ξήγησε το όνειρο χύμα και τσεκουράτα
και τότε, σαν να 'ταν μαγικό, ξεφούσκωσε το παπάρι
που του'χε γίνει από καιρό σα μαύρο μαργαριτάρι
ξεθόλωσε το μάτι του, και είδε αλλιώς το πράμα
κι ένιωσε σαν τον πρόεδρα, τον Μπάρακ τον Ομπάμα
που 'κανε τα κουμάντα του μες στο Λευκό τον Οίκο
και είχε τα Ρεπουμπλικανά όλα στο κάτσε-σήκω.
Μετά ο Ομπάμα ξύπνησε και είδε το ρεζίλι
που ήταν η θητεία του και έπεσε στους σκύλοι
να τόνε φάνε ζωντανό-μα δε μας νοιάζει τούτος,
γυρνάμε λοιπόν στον ήρωα , που εθεραπεύθη ούτως.
Σηκώθηκε κι ευχαρίστησε θερμά τη βοσκοπούλα
και κίνησε για το σπίτι του, που'χε μια γαλοπούλα
στο φούρνο βάλει αποβραδίς, και θα του εκαιγόταν
και κρίμα θα'ταν τα λεφτά που'χε πληρώσει όταν
την έπαιρνε από'ναν πωλητή, χασάπη στο Καπάνι
που ήταν μεγάλος Παοκτζής και φοβερό αλάνι
κι όλη την ώρα μίλαγε για τόνε Σαλπιγγίδη
που είναι μεγάλος παιχταράς και ξέρει το παιχνίδι.
Κι έφτασε πάλι ο ήρωας ξανά μπρος τα διόδια
και είδε ότι του ξήλωσαν μέχρι και τα καλώδια
από το μαύρο του Ίμπιζα, το θρυλικό του αμάξι,
που το 'χε αγάπη τρομερή, μη βρέξει και μη στάξει,
κι ο ήρωας εξοργίστηκε και πέταξε ως την Κρήτη,
και βρήκε εκείνο τον αισχρό και ποταπό αλήτη
που έκανε στο αμάξι του τέτοιο κακό μεγάλο.
Μανώλη τον ελέγανε, μαντέψατε δίχως άλλο,
και ο ήρωας τον έκανε του αλατιού, αν ρωτάτε,
γιατί εκτός των άλλωνε ήξερε και καράτε
μαύρη ζώνη, δέκα νταν, πρωταθλητής βαρβάτος,
μα πάει το Ίμπιζα, ψόφησε, και τώρα οδηγάει Άτος.
Αυτή ήταν η ιστορία μας, εδώ πλέον τελειώνει
και μη μου παριστάνετε κάνα βαρύ πεπόνι.
Αν δε σκαμπάζετε εσείς απ'την καλή την τέχνη,
μην με σκοτίζετε πολύ εμέ τον καλλιτέχνη.
Αυτά και να προσέχετε μη μου τήνε βιδώσει
και γράφω έτσι, η Κόλαση μέχρι που να παγώσει.

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Το μαντολίνο του λοχαγού Βαγγέλη

Στα πολύ παλιά χρόνια, σε έναν πολύ μακρινό γαλαξία, υπήρχε ένας τύπος που τον έλεγαν Βαγγέλη. Κάθε μέρα, ξυπνούσε με έναν και μόνο σκοπό: να συναντήσει τον μεγάλο έρωτα της ζωής του, την Πεταλουδίτσα. Δεν την έλεγαν πραγματικά Πεταλουδίτσα, το βαφτιστικό της όνομα ήταν Πουλχερία (κάτι το οποίο δεν έλεγε σε κανέναν, γιατί ντρεπότανε). Αλλά ο Βαγγέλης την φώναζε Πεταλουδίτσα, γιατί του έκανε κάτι ζουζουνιάρικο χαϊδευτικά. Υπήρχε όμως ένα μικρό μικρό πρόβλημα: η Πεταλουδίτσα αγνοούσε την ύπαρξη του Βαγγέλη.

Όλα όμως άλλαξαν όταν η Πεταλουδίτσα γνώρισε το Βαγγέλη. Ήταν μια κρύα μέρα του καλοκαιριού, και ο Βαγγέλης είχε βγει βόλτα σε ένα καφέ, για να πιει το αγαπημένο του τσάι. Εντελώς συμπτωματικά, στο ίδιο καφέ ήταν και η Πουλχερία, ή όχι και τόσο συμπτωματικά, αφού ο Βαγγέλης την ακολούθησε μέχρι εκεί.  Ο Βαγγέλης έκατσε δίπλα της, και της είπε "μωρό, πάμε μια βόλτα με το κάμπριο;" Εκείνη τον κοίταξε απορημένη και του είπε την εξής φράση, που άλλαξε τη ζωή του: 
-Αακβελαμπου γκουγκουντρο ζιγκαμπου.
Η καημένη είχε γεννηθεί με πρόβλημα στον εγκέφαλο. Εκείνη την ώρα, χτύπησε το κινητό του Βαγγέλη.

Ήταν ένα τηλεμάρκετινγκ από τη Βόνταφον. Ο Βαγγέλης πήγε να τους πει άει στο διάολο και να γυρίσει στην διανοητικά καθυστερημένη Πεταλουδίτσα του, αλλά τότε η κελαρυστή και πρόσχαρη φωνή της τηλεφωνήτριας της Βόνταφον άλλαξε σε μία βαθιά και ανατριχιαστική που έβγαινε απ'τα τρίσβαθα της Κολάσεως, αφού πρώτα είχε καπνίσει τρία πακέτα κόκκινο Μάλμπορο.
Η φωνή του έλεγε:
-Παράτα την Πεταλουδίτσα στην ησυχία της και τρέξε αμέσως στην οδό Αμούστακου Μπαρμπουνιού 145, στο Δεξί Πατήσι. Σε περιμένει το πεπρωμένο σου.

Ο Βαγγέλης ρώτησε:
-Και γιατί να το κάνω αυτό;
Η φωνή γέλασε σατανικά και απάντησε:
-15 λεπτά.
Και μετά το τηλέφωνο έκλεισε.
Ο Βαγγέλης αποφάσισε να ξεκινήσει. Δεν είχε τίποτα να χάσει, άλλωστε, όμως με την κίνηση της Λαγκαδά θα έκανε 10 ώρες. Όταν έφτασε στη στάση του 321, όμως, αυτό εξαφανίστηκε από τον πίνακα με τα δρομολόγια. Στη θέση της εμφανίστηκε το μήνυμα "Πήδα στο δίπλα υπόνομο για να βρεθείς αμέσως στο Δεξί Πατήσι". "Seems legit", σκέφτηκε ο Βαγγέλης.

Όταν πήδηξε όμως στον υπόνομο, συνάντησε μια γριά Τσιγγάνα. Η Τσιγγάνα τον πλησίασε και του είπε "να σε πω τη μοίρα σου, να σε πω το ριζικό σου, λεβέντη μου", παρ'όλο που ο Βαγγέλης ήταν ένα και μισό μίλκο φορώντας τα ψηλοτάκουνα Air Jordan που είχε κάνει ειδική παραγγελία στη Νάικι.
-Για πες, γιαγιά, τι βλέπεις, έκανε ο Βαγγέλης και της έτεινε την ανοιχτή παλάμη του.
-Βλέπω...μεγάλη πόρτα θα διαβείς, λεφτά πολλά θα πάρεις!
-Για την Πεταλουδίτσα μου δε βλέπεις τίποτα; ρώτησε με αγωνία ο Βαγγέλης.
-Δεν ξέρω, παιδί μου, μέχρι τη μεγάλη πόρτα έχουμε κάνει στη σχολή, θα το ρωτήσω στην καθηγήτρια αύριο και θα σε πω.
-Εντάξει, είπε ο Βαγγέλης και, ανοίγοντας μια πόρτα, η οποία, κατά σατανική σύμπτωση (ή μήπως δεν ήταν σύμπτωση;) ήταν μεγάλη, βρέθηκε στο Δεξί Πατήσι, και ακριβώς μπροστά στην είσοδο της οικοδομής (που οι Αθηναίοι αποκαλούν πολυκατοικία) της οδού Αμούστακου Μπαρμπουνιού 145.

Πρώτον, άσχετε, πολυκατοικία το λέει ο κόσμος. Οικοδομή το λέτε εκεί πάνω στη Θεσσαλονίκη. Δεύτερον, ο Βαγγέλης μπήκε στην πόρτα, όταν τον διέκοψε ένας κυριούλης. 
-Δε δεχόμαστε διαφημιστικά!
-Μα δεν έχω διαφημιστικά, αποκρίθηκε ο Βαγγέλης.
Ο γέρος όμως γέλασε, του έδειξε τη δεξιά κωλότσεπη και του είπε: 
-Προσπαθείς να με κοροϊδέψεις;
Πράγματι, στη δεξιά κωλότσεπη του Βαγγέλη υπήρχε ξαφνικά μια τσάντα με φυλλάδια. Τράβηξε την τσάντα και είδε το πρώτο φυλλάδιο "Στρατιωτική εκπαίδευση-Οδός Θωμά Γάργαρου 25, πάροδος Α"
Κοίταξε την υποσημείωση "Φέρτε και τις τσάντες σας μαζί". Τώρα ήξερε πού έπρεπε να πάει...

Ή μάλλον δεν ήξερε, γιατί δεν είχε την παραμικρή ιδέα πού στο διάολο βρισκόταν η οδός Θωμά Γάργαρου, και το Google Maps βρισκόταν εκείνη τη μέρα σε απεργία, σε ένδειξη συμπαράστασης στον αγώνα των διοικητικών υπαλλήλων του Αριστοτελείου με Σήμα τον Άγιο Δημήτριο Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. 
Εκείνη την ώρα, διαπίστωσε ότι πάνω από το δρόμο περνούσανε τα νέα ιπτάμενα τρόλεϊ που είχε μόλις εγκαταστήσει ο ΟΑΣΑ για να αποδείξει ότι η συγκοινωνία της Αθήνας δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τη Θεσσαλονίκη ή άλλες μεγάλες πόλεις του κόσμου. Δυστυχώς, δεν είχε ανακαλύψει ακόμα πώς να τα προσγειώνει στις στάσεις, κι έτσι αυτά περιφέρονταν άσκοπα πάνω από τους δρόμους, με τους οδηγούς τους να μην έχουν φάει, κοιμηθεί ή πλυθεί για δέκα μέρες.
Έτσι αυτή ήταν μια εντελώς άχρηστη διαπίστωση. 
Ο Βαγγέλης όμως δεν είχε μάθει να κάθεται με σταυρωμένα χέρια (εκτός από όταν έκανε την προσευχή του σαν καλός Χριστιανός). Έτσι, μπήκε σε ένα ψιλικατζίδικο και ρώτησε οδηγίες για την οδό Θωμά Γάργαρου.

Όμως διαπίστωσε ότι πεινούσε. Έτσι, όταν πήρε τις οδηγίες από τον καλό ψιλικατζή, ξεκίνησε για την οδό Θωμά Γάργαρου, σταματώντας πρώτα σε ένα γυράδικο για να πάρει γύρο. Όμως τελικά ήταν στου Θανάση, και πήρε ένα πενιχρό κεμπάπ (μήπως σουτζουκάκι, Θεσσαλονικιέ;) γεμάτο πάπρικα. Μέχρι να στρίψει στη γωνία, το είχε κι όλας καταβροχθίσει, έτσι σταμάτησε στο μπουγατσάδικο "Ο λευκότατος πύργος" και πήρε μια ΜΠΟΥΓΑΤΣΟΥΛΑ. Έτσι, χορτάτος, μπήκε σε έναν όμορφο κήπο που περιτριγύριζε μια μεζονέτα στην οδό Θωμά Γάργαρου 23. 

Ρε μαλάκα, με βλέπεις τόση ώρα ότι αντιπαρέρχομαι τις γελοίες προσβολές σου και τα κρύα αντι-Θεσσαλονίκεια αστειάκια σου, αλλά να μη θυμάσαι ούτε καν σε ποια γαμημένη διεύθυνση έστειλες τον ήρωα της ιστορίας σου; Στο 25 πάροδος Α ήταν, όχι στο 23.
Αυτό το κατάλαβε σύντομα ο Βαγγέλης, γιατί δεν ήταν ηλίθιος σαν κάποιους κάποιους, αλλά επειδή κατουριότανε από την πολλή μπουγάτσα, είπε να μπει στο 23 πριν πάει στο 25 πάροδος Α, γιατί δεν ήξερε αν θα έχουν τουαλέτες μέσα.
Το 23 ήταν άδειο, σαν το κεφάλι ενός ελαφρώς εύσωμου φίλου μου. Ή έτσι άφηνε τους άλλους να πιστεύουν. Καθώς ο Βαγγέλης είχε βγάλει έξω τα 24 χιλιοστά του ανδρισμού του και ξαλάφρωνε, εμφανίστηκε πίσω του μια σκιά. Και μετά η σκιά έγινε ένας μυστηριώδης άντρας. Και μετά ο μυστηριώδης άντρας έγινε ο Μπρους Ντίκινσον.
Και άρχισαν να τραγουδάνε μαζί το The Trooper.
Αλλά, λίγο πριν τη δεύτερη στροφή, συνέβη κάτι εντελώς απροσδόκητο.

Πάντως μπράβο, δεν ψάρωσες! Απογοητεύτηκα τώρα! (ναι, επίτηδες το έκανα, κι όποιος θέλει το πιστεύει, και τα λοιπά) Ο Ντίκινσον μεταλλάχθηκε σε ένα γιο με ένα πουλί στον κώλο του και ο τοίχος γκρεμίστηκε, αφήνοντας τον Βαγγέλη να κατουράει σε μια κοπέλα διόλου ενθουσιασμένη, γεγονός που εντάθηκε όταν αυτή είδε την απόσταση που χώριζε την ουρήθρα που την πιτσιλούσε από το σώμα του ιδιοκτήτη της. Αυτή έβαλε τα γέλια, μέχρι που ο γιος έβγαλε το πουλί από τον κώλο του και το έβαλε πάνω στο πουλί του Βαγγέλη. Το πουλί του είχε δεκαπλασιαστεί. Έτσι, η κοπέλα του όρμησε και έκαναν σεξ. Παρατηρήστε το μέγεθος που περιγράφει ο άλλος ο μαλάκας τον "ανδρισμό" του ήρωά του... Κομπλεξάρα!

Τι να κάνουμε, αγαπητέ τύπε που γράφεις κάθε δεύτερη παράγραφο της ιστορίας αυτής; Αυτοί που τους αρέσουν τα μεγάλα πέη, γράφουν για μεγάλα πέη. Ένιγουέι, που λέμε κι εμείς οι Εγγλέζοι, είχαμε μείνει στο σημείο που η καθόλου εντυπωσιασμένη κοπέλα έκανε σεξ με τον ήρωά μας, κάτι που πολύ θα ήθελε και κάποιος κάποιος (να κάνει σεξ με τον ήρωά μας) αλλά δεν το παραδέχεται, η κρυφοπουστάρα.
Καθώς η άγνωστη αυτή κοπέλα προσπαθούσε να ανάψει τσιγάρο, ο Βαγγέλης, με τα νέα του προσόντα, έκρινε σκόπιμο να τη ρωτήσει πώς τη λέγανε.
-Μπούγκου...αγκούγκου...μπλιαμπλιαούμπλια! απάντησε αυτή, και ήταν συγκλονιστική η στιγμή της συνειδητοποίησης, καθώς ο Βαγγέλης συνειδητοποίησε ότι μπροστά του (και προηγουμένως κάτω του) δεν ήταν άλλη από την Πεταλουδίτσα του.
Αλλά τότε η Πεταλουδίτσα, που ακόμα προσπαθούσε να ανάψει τσιγάρο, έβαλε φωτιά στα μαλλιά της και απανθρακώθηκε. Ο Βαγγέλης, τότε, σαν σωστός τζέντλεμαν που ήτανε, το έβαλε στα πόδια, με το σώβρακο γυμνός καθώς ήτανε, για να μην τον ανακαλύψουν οι μπάτσοι δίπλα στο πτώμα της.

Στρέητ είναι όποιος τον έφαγε και δεν του άρεσε... έτσι έλεγες χθες που πηδούσα τη μάνα σου! Και έλεγες ότι σου άρεσε κι όλας! Φανερόπουστα! Ο Βαγγέλης διαπίστωσε ότι δεν ήξερε ποια ήταν η μοίρα του, όταν όμως σταμάτησε να βρακωθεί, διαπίστωσε ότι κάτι υπήρχε στο βρακί του. Ήταν ένα post-it σε σχήμα πασχαλίτσας και ένα πεντοχίλιαρο. Το post-it έγραφε "Κόλλησε το post-it στην μπροστά μεριά του βρακιού σου και πήγαινε στο αεροδρόμιο. Εκεί, στο πρώτο υπόστεγο μετά τη δεύτερη αποβάθρα, τρίτη πύλη δεξιά, στην τέταρτη είσοδο, θα σε περιμένει ένα αεροπλάνο για να σε μεταφέρει στον τελευταίο προορισμό σου." Πρόσεξε τι θα γράψεις, μαλάκα.

Ε, όχι. Κανονικά θα έπρεπε, από καθαρή αξιοπρέπεια και μόνο, ενάντια στις χυδαίες αυτές προσβολές που εκτοξεύει αυτός ο γελοίος για το άτομό μου και τον ανδρισμό μου, να σηκωθώ και να φύγω και να μην ξαναντικρίσω ποτέ κανέναν σας. Από την άλλη, όμως, δεν μπορώ να αφήσω τον Βαγγέλη έτσι. Θα ήταν ανεύθυνο εκ μέρους μου, κι εγώ μόνο ανεύθυνος δεν είμαι. Κι επίσης πούστης. Δεν είμαι.
Ο Βαγγέλης, λοιπόν, περνώντας το σωματικό έλεγχο του αεροδρομίου, με το post-it που είχε κολλήσει στο βρακί του, μπήκε στο αεροπλάνο, το οποίο εκείνη τη στιγμή αναχωρούσε για το Διεθνές Αεροδρόμιο της Κάτω Μουσουνίτσας, προκειμένου να κρυφτεί από τους μπάτσους που τον καταζητούσαν με μανία για το φόνο της Πεταλουδίτσας. Κι εκεί μέσα βρήκε κάποιον που δε θα περιμένατε ποτέ να συναντήσει.
Τον Έντι Φαν Χάλεν.

Ε, άει στο διάολο κι εσύ κι ο Φαν Χάλεν, μαλάκα. Τα παρατάω. Αρνούμαι να συνεχίσω αυτήν την αηδία. (Αηδία έγινε μόλις εμφανίστηκε κάποιος ροκ σταρ, ονόματα δε λέμε, υπολήψεις δε θίγουμε, εκτός από τη δικιά σου και της μάνας σου.) Ή μάλλον, μου ήρθε μια ιδέα. Θα τη συνεχίσω. Ο Έντι φαν Χέιλεν τον κοίταξε στα μάτια και του είπε: 
-Ένας μπλόγκερ από τη Θεσσαλονίκη είναι πολύ μεγάλος μαλάκας. Δεν αντέχω άλλο να με αναφέρει. Αυτοκτονώ. Καλά θα κάνει να αυτοκτονήσει κι εκείνος. Άει στο διάολο πια. 
Και έτσι, πήρε την κιθάρα του και την έχωσε στον κώλο του, και πέθανε. Ο Βαγγέλης μπήκε στο αεροπλάνο και εκεί είδε άντρες ντυμένους με μαύρα κουστούμια και γυαλιά ηλίου. Ένας από αυτούς του έδωσε ένα μαντολίνο. Εκείνος είπε:
-Μα δεν ξέρω να παίζω!
Όμως τα δάχτυλα του ξεκίνησαν να παίζουν το sad but true, μαντολίνικ εντίσιον.
Kαι πού 'σαι, κατα λάθος έβαλες ένα "δεν" στην προηγούμενη παράγραφο, μετά το "πούστης."

Τι λες μωρή βλάχα, βλαχάρα, αμόρφωτη, τελευταία, γριά, σαραντάρα, που έβγαλες το δημοτικό με μέσον, θα πιάσεις εσύ στο στόμα σου τον μπλόγκερ απ'τη Θεσσαλονίκη, καλά τον Φαν Χάλεν ποιος τον γαμεί κιόλας, άντε πάγαινε στο χωριό σου στη Χίο να βόσκεις μαστίχες, ηλίθιε, πεταμένε, ξέβρασμα της λάσπης, ανήθικε. Εγώ φεύγω. Τέλος. Οριστικά κι αμετάκλητα.

Στο διάολο, ρε γελοίε. Πού θα πας; Σπίτι σου είμαστε!  Να πας εσύ στο Κωλοχώρι σου να ξεγεννάς φέτες... σόρρυ, τυριά. 

Άντε γαμήσου ρε Γρηγόρη.

Να πας. Αλλά όχι με το Μαράκι πάλι. Και δεν εννοώ τη μάνα μου.

Εσύ μόνο με το Μαράκι. Κι εννοώ τη Μαρία Παλάμη. Μαλάκα.

Τελείωνε τώρα, πάμε να φύγουμε. Ετοιμάσου. Θα γράψω εγώ επίλογο. 

Ε, όχι ρε συ. Δεν το παλεύω άλλο. Γιατί να τελειώνεις πάντα εσύ πρώτος;

Γιατί εσύ άρχισες πρώτος! Και έβαλες και τίτλο, και τελικά δεν τον κάναμε ακόμα λοχαγό!

Ε, καλά. Και μετά που έβαλε την κιθάρα ο Φαν Χάλεν στον πάτο του και αυτοκτόνησε, ο Βαγγέλης ανακηρύχθηκε λοχαγός γιατί προσέφερε εντεταλμένη υπηρεσία στη μουσική. Ικανοποιήθηκες τώρα; Έβγαλες το άχτι σου πάνω στον Φαν Χάλεν, κομπλεξικέ;

ΝΑΙ! Άντε ντύσου τώρα! Θα χάσω τον υδραυλικό!

...και τον υδραυλικό μωρή πουστάρα;

Να μου κλείσει την τρύπα στο μπάνιο θέλω, όχι στα υδραυλικά μου! Δεν ξέρω αν το ξέρεις, αλλά υπάρχουν και τέτοιοι υδραυλικοί.

Στη μάνα σου όμως δεν το έχω πει ακόμα. Άντε πάμε.

Όπως καταλάβατε, κυρίες και κύριοι, αυτό ήταν το αποτέλεσμα της επίσκεψής μου στην οικία του Θωμά. Και το να χάσω συντριπτικά στο trivial pursuit, αυτό όμως δεν το λέμε. Προφανώς και ξεκίνησε αυτό, σε κάθε "αφήνουμε γραμμούλα" που έλεγε η κυρία Τούλα στο δημοτικό, αλλάζει και ο συγγραφέας, και τόσο το γεγονός να αφήσουμε την ιστορία ατελή, όσο και το να βριστούμε ήταν προσχεδιασμένα. Καλή τύχη, και το τέλος να το σκεφτείτε μόνοι σας και να το γράψετε σε σχόλιο. Μετά, δημοκρατικά, θα ψηφίσω το καλύτερο. Γρηγόρης out.
Α, ναι, δίκιο έχει, αυτά και να προσέχετε μη σας ταΐσουν χοιρινό με πράσο κι εσείς δεν τρώτε πράσο και μετά η αδερφή ενός μπλόγκερ από τη Θεσσαλονίκη με 5 γράμματα σας ξεσκίσει στο Trivial Pursuit.

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Down with the sickness


Στην αρχή είχα σκεφτεί να ονομάσω την ανάρτηση "Πάρ'τα μωρή άρρωστη", αλλά είμεθα και μεταλλάδες κι έχουμε κι ένα επίπεδο μη χέσω.
Και ναι, το ότι γράφω σήμερα σημαίνει ότι, εκτός κι αν ορδές εξαγριωμένων αναγνωστών έρθουν κάτω απ'το σπίτι μου με πυρσούς και τσουγκράνες και απαιτήσουν να ανακαλέσω, το Ημερολόγιο του Μηχανολόγου καταργείται.
Κι αυτό δεν έχει να κάνει με τον Ηπατολόγο του Χωστήρα (τον οποίο Ηπατολόγο εξομολογούμαι ότι λάτρεψα αλλά δεν το λέμε αυτό στο Χωστήρα γιατί θα το πάρει πάλι πάνω του και άντε μετά να τον ξεκαβαλήσουμε απ'το καλάμι), ούτε με το ότι η αδερφή μου με αποκαλεί Litsa.Com κάθε φορά που το διαβάζει (το οποίο Litsa.Com θα ήταν πραγματικά το χειρότερο σίριαλ που παίχτηκε ποτέ στην ελληνική τηλεόραση αν δε μιλούσαμε για την ελληνική τηλεόραση), αλλά με το ότι εγώ προσωπικά το βαρέθηκα.
Και κρίνοντας απ'το ότι ξεροστάλιαζα ένα εξάμηνο πίσω απ'τη Χριστίνα, κάτι πρέπει να είναι πραγματικά βαρετό για να το βαρεθώ τόσο γρήγορα.
Στο θέμα μας, λοιπόν, σήμερα θα μιλήσουμε για αρρώστιες. Υπάρχουν ένα κάρο ενδιαφέρουσες αρρώστιες να μιλήσει κανείς, γκέιτζ, σύφιλη, ηπατίτιδα, διαβήτης, εκατό είδη καρκίνου, Αλτσχάιμερ, Καλαζάρ και Μπιλίμπερς, αλλά εγώ, επειδή είμαι κρυωμένος, θα μιλήσω για το γνωστό ξενέρωτο κρύωμα.
Τι να κάνουμε; Είμαι κι εγώ γνωστός ξενέρωτος.
Σαν γνωστός αγαπησιάρης που είμαι, τα μικρόβια με λατρεύουν. Κανένα τους δεν αντιστέκεται στην απαράμιλλη γοητεία μου. Όλα ξεσκίζονται ποιο θα με πρωτοπάρει. Και επίσης δεν βοηθάει ιδιαίτερα το γεγονός ότι στο ένδοξο Πολυτεχνείο του Αούθ το σαπούνι στις τουαλέτες θεωρείται μια περιττή και προκλητική στους δύσκολους καιρούς που διανύουμε πολυτέλεια.
Εγώ φυσικά, σαν προνοητικό παιδί που είμαι, φέρνω αντισηπτικό διάλυμα απ'το σπίτι μου. Αλλά το αντισηπτικό, όπως λέει κι η διαφήμιση, σκοτώνει το 99,9% των μικροβίων, κι εγώ με τη γνωστή καλοτυχία που με δέρνει είναι πάρα πολύ πιθανό να κρυολογώ από αυτό το 0,1%.
-Η τύχη σου, αγόρι μου, είναι αυτό που την κάνεις εσύ να είν...
Σκάσε, Γρηγόρη. Είμαι άρρωστος. Δικαιούμαι να γκρινιάζω.
-Μήπως θες να σου τραγουδήσουμε και το Soft Kitty Warm Kitty?
Όχι, γιατί αντιπαθώ βαθύτατα τον Σέλντον Κούπερ. Αλλά αν έχετε κανένα ωραίο μελωδικό νανούρισμα απ'τους Μετάλικα, θα το εκτιμήσω.
-Α, ευκολάκι.

Τώρα θέλω να μου πείτε κι ένα παραμυθάκι.
-Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένας μικρός μηχανολόγος που τον έλεγαν Θωμά και νόμιζε ότι θα βρει γκόμενα. Τελικά δεν τα κατάφερε ποτέ. Τέλος.
...το ξέρατε ότι γαμιέστε; Τώρα το ξέρετε.
Ένιγουέι, αυτό που ήθελα να πω πριν διακόψετε με τις βλακείες σας, είναι ότι εγώ, που ως γνωστόν είμαι θετικός και χαρούμενος άνθρωπος και λατρεύω να βλέπω το silver lining κάθε σύννεφου (που λέμε κι εμείς οι Εγγλέζοι), όποτε κρυολογώ δεν έχω όρεξη για απολύτως τίποτα.
Κι επειδή κρυολογώ περίπου κάθε πέντε μέρες, αυτό μάλλον επηρεάζει αρκετά τη ζωή μου.
Αλλά πες μου εσύ, Γρηγόρη, όταν ο άλλος νιώθει σαν να ήρθε ο κατάξανθος Σκανδιναβός θεός Θωρ με το σφυρί του που μόνο αυτός μπορεί να σηκώσει και του κοπανάει σφυριές στο κεφάλι ακολουθώντας το ρυθμό του We're up all night to get Loki, πώς τον περιμένεις εσύ να έχει όρεξη να μάθει Τίτσου;
Κι όταν ο άλλος χρειάζεται να καταβάλλει συνειδητή προσπάθεια για το εξής πολύ απλό πράγμα του να αναπνεύσει, πώς τον περιμένεις εσύ να θυμηθεί να κάνει κονέ με τις γκόμενες που κουβάλησες από το μαθηματικό;
-Αλλιώς θα έκανες, μαλάκα.
Ε...αυτό είναι μια άλλη ιστορία που δε μας απασχολεί ιδιαίτερα αυτή τη στιγμή.
Κι ήθελα να ξεκινήσω και γυμναστήριο αυτή την εβδομάδα.
Σκάσε, Γρηγόρη. Πραγματικά ήθελα.
Και δεν έχει καμία σχέση το ότι παραδίπλα στο γυμναστήριο θα κάνει ζούμπα ή κάτι τέθοιο η Ντέμη, η μοναδική μηχανολόγα που βλέπεται και έχει ανθρώπινη συμπεριφορά και ποιον κοροϊδεύω, δεν πρόκειται να μου κάτσει ούτε αν βγάλουν πόδια οι τσιπούρες.
Τι είπαμε; Είμαι πολύ θετικός άνθρωπος.
Φυσικά, ο πονοκέφαλος και τα βουλωμένα ρουθούνια δεν είναι τα μόνα προβλήματα που ανακύπτουν από το κρυολόγημα. Για παράδειγμα, θα έχετε παρατηρήσει, φαντάζομαι, ότι τα κρύα χειμωνιάτικα πρωινά, που κάνει κρύο, γιατί είναι χειμωνιάτικα πρωινά, και τα χειμωνιάτικα πρωινά κάνει κρύο, οι κινητήρες των αυτοκινήτων δε δουλεύουν σωστά μέχρι να ζεσταθούν, με αποτέλεσμα να γίνεται ατελής καύση και να βγάζουν απ'την εξάτμιση αυξημένες ποσότητες βλαβερών ρύπων.
Κάτι τέτοιο συμβαίνει με τον ανθρώπινο οργανισμό όταν είναι κρυωμένος.
Σε περίπτωση που το metaphor που χρησιμοποίησα ήταν πολύ πολυσύνθετο και δεν το πιάσατε με την πρώτη, η εξάτμιση είναι ο πρωκτός.
Και η μάνα μου, χάρη σε μια εξαιρετική αστρική συγκυρία, μαγείρεψε προχθές φασολάδα.
Ας πούμε απλά ότι ένα μεγάλο κομμάτι της Δυτικής Θεσσαλονίκης τέθηκε σε καραντίνα και κρίθηκε μη κατοικήσιμο για τους επόμενους τέσσερις αιώνες.
Όταν λοιπόν βρίσκεσαι σε τέτοια κατάσταση, το επόμενο πράγμα που συμβαίνει είναι να μεταμορφωθείς ξαφνικά σε γριά στο σώμα ενός δεκαοχτάχρονου μηχανολόγου. Τριγυρνάς από καναπέ σε κρεβάτι τυλιγμένος σε μια κουβέρτα, πίνεις όλη τη μέρα τσάγια και σούπες, γκρινιάζεις ασταμάτητα και παίρνεις τόσα χάπια που αρχίζεις να ακούς Τιέστο.

Κι όλα αυτά μέχρι το μικρόβιο να βαρεθεί να σεργιανάει ανάμεσα στα κύτταρά σου (γιατί για κάποιο λόγο έγραψα 19,8 Βιολογία στις Πανελλήνιες), να φύγει έξω, ο οργανισμός σου να σταματήσει να μαλακίζεται (γιατί, αν δεν το ξέρατε, ο πυρετός, οι μύξες και το φλέμα στο λαιμό, για τις κλανιές δεν ξέρω, δεν είναι απ'το μικρόβιο, αλλά η αντίδραση του οργανισμού στην προσπάθεια να διώξει το μικρόβιο, που στην τελική μπορεί να μην είναι και καθόλου κακό παιδί ρε παιδί μου, μπορεί απλά να έψαχνε ένα ζεστό και ήσυχο κορμί να ξεχειμωνιάσει χωρίς να πειράξει κανέναν κι εσύ μαλάκα οργανισμέ αρχίζεις αμέσως τις υστερίες και τον πόλεμο; ΛΕΥΤΕΡΙΑ στο καταπιεσμένο μικρόβιο! Κατάληψη και συναυλία υποστήριξης των αδικημένων της αστικής πάλης και κάτι μου λέει ότι το πολύ Πολυτεχνείο κάνει το παιδί μαλάκα), και...ξέχασα τη ροή της πρότασής μου μ'όλες αυτές τις μαλακίες.
Πάμε ξανά απ'την αρχή λοιπόν.
Κι όλα αυτά μέχρι το μικρόβιο να βαρεθεί να σεργιανάει ανάμεσα στα κύτταρά σου, να φύγει έξω, ο οργανισμός σου να σταματήσει να μαλακίζεσαι, να φτάνει απρόσκοπτα στα πνευμόνια το οξυγόνο (όπου "οξυγόνο" στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης βάλε "μείγμα καυσαερίου, καπνού από Holborn κίτρινο και Θερμαϊκίλας") και πλέον, υγιής, να αντιμετωπίσεις τον κόσμο με νέα απαισιοδοξία.
Πανέμορφα, ε;
Σκάσε, Γρηγόρη.
Αυτά, και να προσέχετε μη βγαίνετε έξω με τα πολλά κρύα, να ντύνεστε ζεστά, να φοράτε ζακέτες, να βάζετε και κανένα φανελάκι από μέσα, και μην πίνετε κρύα νερά, και...
...εντάξει, μαμά, αρκετά έπαιξες, άσε κάτω το πληκτρολόγιο και πήγαινε φτιάξε μου μια σούπα τώρα.

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Το μεγάλο λεξικό της φοιτητικής ζωής

Χμ. Καιρό είχα να βγάλω το μεγάλο λεξικό του τάδε. Ήρθε η ώρα να δούμε μαζί όλες αυτές τις έννοιες που απασχολούν το φοιτητή, αυτόν τον αγωνιστή του πνεύματος, που πολεμά σκληρά και φυλάει Θερμοπύλες έχοντας ένα και μόνο ιδανικό στο μυαλό του: τη γνώση.
"Μωρή τελειωμένη λούγκρα του Μπαχτσέ Τσιφλίκι, εσύ δε μας είχες υποσχεθεί ότι δε θα ξανακάνεις λίστες;" Χωστήρας
Επίσης κι εσύ είχες υποσχεθεί στην Κρήτη ότι θα ξεκόψεις με τις Ρωσίδες, αλλά προχτές πήρε πάλι τηλέφωνο η Σβετλάνα και σ'έψαχνε, μπαγασάκο. Ας αφήσουμε όμως αυτές τις πονεμένες ιστορίες κι ας πάμε στο ψητό.
  • Αίθουσα: Κάτι σαν εκκλησία, όπου οι ευσεβείς φοιτητές, αντί για σώμα και αίμα Χριστού, κοινωνούν τη γνώση. Οι ασεβείς πάλι φοιτητές πατάνε κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα.
  • Αλκοόλ: Ουσία, με επιστημονική ονομασία "αιθανόλη" και χημικό τύπο C2H6O, η οποία εμπεριέχεται σε πλείστα όσα ποτά (για παράδειγμα βλ. λήμμα "ρακόμελο") τα οποία αρέσκονται να πίνουν οι φοιτητές (εκτός από τον Γρηγόρη, αλλά αυτός δε μετράει γιατί δεν είναι άνθρωπος) κατά τις εξόδους τους στα μπαρ (βλ. λήμμα).
  • Αντιγραφή: Μέθοδος επιτυχούς αντιμετώπισης των δυσκολιών της εξεταστικής, που συμβάλλει τα μάλα στη συναδέλφωση των φοιτητών και την καλλιέργεια του πνεύματος συνεργασίας στους νέους της χώρας.
  • Βαλαωρίτου: Οδός της Θεσσαλονίκης, που ξεκινάει από κάπου και καταλήγει κάπου αλλού, και ναι είμαι πάντα τόσο κατατοπιστικός κι ο Τσακ Νόρις με έχει για GPS στο αυτοκίνητό του, και περιέχει πλείστα όσα μπαρ (βλ. λήμμα) στα οποία αρέσκονται να βγαίνουν οι λατέρνατιβ και μη φοιτητές.
  • Βιβλιοθήκη: Χώρος του Πανεπιστημίου, ο οποίος περιέχει βιβλία (γι'αυτό άλλωστε και ονομάζεται βιβλιοθήκη, αν περιείχε άπλυτα βρακιά από Κινέζες πορνοστάρ θα λεγόταν κινεζοπορνοσταροαπλυτοβρακοθήκη αλλά δεν είναι εκεί το θέμα μας) τα οποία μπορούν ανά πάσα στιγμή να συμβουλευτούν οι φοιτητές.
  • Γκαρσονιέρα: Είδος διαμερίσματος, με έκταση περίπου όσο το δεξί κωλομέρι του Πάγκαλου, στο οποίο ο φοιτητής που δεν σπουδάζει στην πόλη καταγωγής του, μαζί με τη μαμά και το μπαμπά, απολαμβάνει την ανεξαρτησία του, την ελευθερία του να βλέπει τσόντες χωρίς να κλειδώνει την πόρτα και το να πρέπει να πλένει μόνος του τα σώβρακά του. 
  • Γκόμενα: Άνθρωπος θηλυκού (συνήθως) γένους, επιφορτισμένος με το δύσκολο και σημαντικό έργο του να ανακουφίζει τις σεξουαλικές ορμές του φοιτητή, που είναι νέος και βράζει το αίμα του, ώστε αυτός να μπορεί να επικεντρώνεται μετά στην αναζήτηση της γνώσης. Ο έγκριτος γλωσσολόγος-μελετητής Χωστήρας εδώ θα δήλωνε ότι "γκόμενα είναι αυτό που δε θα αποκτήσει ποτέ ο Θωμάς", αλλά ο έγκριτος γλωσσολόγος-μελετητής Χωστήρας γαμιέται.
  • ΔΑΠ: Ομάδα ανθρώπων που πλησιάζει τους πρωτοετείς φοιτητές με σκοπό να τους δώσει συμβουλές και βοήθεια για το ακαδημαϊκό τους μέλλον, και στη συνέχεια οργανώνει πάρτι στο Vogue στα οποία διάφοροι καημένοι πηγαίνουν μπας και βρουν γκόμενα αλλά εν τέλει καταλήγουν να γαμάνε την παλάμη τους.
  • Εξεταστική: Η ευκαιρία που δίδεται τρίπαξ (γιατί ή το μιλάς το ελληνικό ή δεν το μιλάς) ανά έτος στο φοιτητή να αποδείξει έμπρακτα ότι ξεζούμισε το κάθε μάθημα και κράτησε όλη την απαραίτητη γνώση που θα τον βοηθήσει στο μελλοντικό του επάγγελμα.
  • Εργαστήριο: Ο τόπος στον οποίο ο φοιτητής μπορεί να αγγίξει τη γνώση, να γίνει ένας μικρός θεούλης και να παίξει αυτός τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην επιστημονική εξέλιξη. Πρακτικά καταλήγει να σπάζει δοκιμαστικούς σωλήνες και να αναμειγνύει τυχαία υγρά σε μια προσπάθεια να προκαλέσει έκρηξη.
  • Καθηγητής: Προπονητής του φοιτητή στον μεγάλο αγώνα του και ακούραστος στρατηγός στον πόλεμο κατά της αμάθειας, που μαστίζει τη φοιτητιώσα νεολαία καθώς έρχεται αγράμματη από το εξετασιοκεντρικό και βαθμοθηρικό σύστημα των πανελλαδικών και ανθρωπιστική παιδεία ρε μουνιά.
  • Κατάληψη: Καλλιτεχνικό δρώμενο, το οποίο λαμβάνει χώρα μετά από απόφαση της συνέλευσης (βλ. λήμμα) του συλλόγου φοιτητών, και περιλαμβάνει το να κλειδώνονται οι αίθουσες και να μη λαμβάνει χώρα το μάθημα, στο όνομα της καλύτερης παιδείας βεβαίως βεβαίως.
  • Καφές: Κρύο ή ζεστό ρόφημα, χρώματος καφέ (όπως είμαι σίγουρος ότι ποτέ δε θα μαντεύατε), το οποίο κρατάει τον οργανισμό (κι ιδίως το έντερο) σε εγρήγορση και βοηθάει τον φοιτητή να αντεπεξέλθει με επιτυχία σε ολονύκτιο διάβασμα ή κάψιμο εγκεφαλικών κυττάρων με τίτσου (βλ. λήμμα).
  • Καφετέρια: Κατάστημα (και τα παρακείμενα τραπεζοκαθίσματα) το οποίο ειδικεύεται στην παρασκευή του καφέ (βλ. λήμμα), όπως είμαι σίγουρος ότι ποτέ δε θα μαντεύατε, και αποτελεί κατεξοχήν σημείο συνάντησης των φοιτητών για κοινωνική συναναστροφή, ανταλλαγή απόψεων, φιλοσοφικούς στοχασμούς και βαθμολόγηση διερχόμενων κώλων.
  • ΚΝΕ: Παραθρησκευτική οργάνωση που δρα στα πανεπιστήμια, με ιερό βιβλίο το Ριζοσπάστη, και σκοπό να προσηλυτίσει όσο το δυνατόν περισσότερους φοιτητές στους κόλπους της. Τα μέλη είναι ευδιάκριτα από τις αξύριστες μασχάλες, το μούσι (και στα δύο φύλα) και τη χαρακτηριστική ευωδιά λεβάντας και μοσχολέμονου, καθώς φυσικά κι από το ότι θα στο πουν μόλις σε αντικρίσουν.
  • Κρέπα: Παρασκεύασμα από αλεύρι και νερό, το οποίο τυλίγεται σε κάποιο είδος οριγκάμι, γεμίζεται με της Παναγιάς τα μάτια και καταβροχθίζεται μετά μανίας από φοιτητές που έχουν καιρό να πάνε στη μάνα τους να τους φορτώσει τάπερ. Νόστιμο, θρεπτικό, υγιεινό.
  • Κυλικείο: Κατάστημα που στεγάζεται εντός της εκάστοτε σχολής και σερβίρει αμφίβολης φαγωσιμώτητας τυρόπιτες, τοστ, κρύα σάντουιτς και καφέδες στους φοιτητές, ώστε να λαμβάνουν τις απαραίτητες θερμίδες που καταναλώνει ο εγκέφαλός τους όσο αυτοί παράγουν γνώση.
  • Λέσχη: Ευαγές ίδρυμα, του οποίου ο ρόλος είναι να προσφέρει στους άπορους φοιτητές νόστιμα, θρεπτικά κι υγιεινά γεύματα, των οποίων οι παρενέργειες μπορεί να περιλαμβάνουν ελαφρά ως βαριά δυσπεψία, εμετό, διάρροια, αποκόλληση αμφιβληστροειδούς και εκβλάστηση χεριών σε σημεία του σώματος που δε θα έπρεπε να υπάρχουν.
  • Λεωφορείο: Αυτοκινούμενο όχημα, ορθογωνίου σχήματος και θορυβώδους υπόστασης, το οποίο εξυπηρετεί τους φοιτητές στις μετακινήσεις τους και στη στενή επαφή μεταξύ τους. Κι όταν λέμε στενή, εννοούμε στενή.
  • Μηχανολόγος μηχανικός: Ο άνθρωπος που, με τη δύναμη της γνώσης και της επιστήμης, προσφέρει απλόχερα τις υπηρεσίες του στην βιομηχανία και την επιστημονική έρευνα, και δε θα ήταν υπερβολή, όχι δε θα ήταν, μη γελάτε, να πούμε ότι πάνω του είναι χτισμένη όλη η οργάνωση της κοινωνίας όπως τη γνωρίζουμε.
  • Μπαρ: Κατάστημα το οποίο σερβίρει αλκοολούχα (βλ. λήμμα) ποτά στους φοιτητές (εκτός απ'τον Γρηγόρη που δε μετράει γιατί δεν είναι άνθρωπος), όταν αυτοί επιλέξουν να ξεκουραστούν (ξελαμπικάρουν αν θέλετε) από τη διαρκή αναζήτηση της γνώσης.
  • Μπάφος: Ιατρικό σκεύασμα, όμοιο με τσιγάρο, το οποίο συνδυάζεται εκπληκτικά με το ηλεκτρονικό παίγνιο "Προ" και ερευνώνται οι ιδιότητές του στην παραμόρφωση του χωρόχρονου, καθώς έχει παρατηρηθεί ότι η χρήση του παρατείνει σημαντικά τη διάρκεια των σπουδών.
  • Ναβαρίνου: Πλατεία της Θεσσαλονίκης, που ξεκινάει απ'τον Κατάλευκο Πύργο και εκτείνεται μέχρι την Εγνατία, στην οποία βγαίνουν οι φοιτητές προς άγραν κρέπας, πιτόγυρου, καφέ, αλκοόλ, μπάφου κι ενίοτε και γκόμενας (βλ. αντίστοιχα λήμματα).
  • Πανεπιστήμιο: Ο ναός της γνώσης, η φωτεινή πηγή από την οποία φωτίζεται όλος ο κόσμος, το πηγάδι απ'του οποίου τα δροσερά νερά ξεδιψά ο ακούραστος οδοιπόρος στο μακρύ ταξίδι του προς την αλήθεια, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και το να σταματήσει ο Thomas The Barbarian να γράφει μαλακίες.
  • Πιτόγυρο: Έδεσμα αποτελούμενο από κρέας κάποιου τετράποδου (συνήθως) ζώου, τηγανιτές πατάτες, κρεμμύδι, τζατζίκι, ντομάτα και διάφορα άλλα, τυλιγμένα σε μια πίτα. Νόστιμο, θρεπτικό, υγιεινό. Μπόλικες βιταμίνες.
  • Πολυτεχνείο: Υποκατηγορία του Πανεπιστημίου, ιδιαίτερης αξίας για την κοινωνία καθώς από αυτήν εκπαιδεύονται οι μελλοντικοί μηχανολόγοι μηχανικοί (βλ. λήμμα), και στην οποία συρρέουν σε ορδές μπάκουροι, αγάμητοι, μοναχικοί καβαλάρηδες, αειπάρθενοι και τρεις γκόμενες που μοιάζουν με τον Τσουμπάκα.
  • Πτυχίο: Χαρτί το οποίο πιστοποιεί ότι ο φοιτητής ολοκλήρωσε με επιτυχία τις σπουδές του, έλαβε όλες τις απαραίτητες γνώσεις που του χρειάζονται ώστε να είναι ένα χρήσιμο και δημιουργικό κομμάτι της κοινωνίας, χρησιμεύει δε ιδιαίτερα στο τύλιγμα σουβλακιών.
  • Ρακόμελο: Αλκοολούχο ποτό το οποίο, όπως δε θα πιστεύατε ποτέ, αποτελείται από ρακή και μέλι. Προτιμάται ιδιαίτερα από τους φοιτητές, γιατί κάνει κάτι σε λατέρνατιβ κι εγκζότικ και τέθοιους.
  • Σημειώσεις: Απαραίτητο βοήθημα, το οποίο ο φοιτητής μπορεί να χρησιμοποιήσει για να συμπληρώσει την γνώση που του παρέχει απλόχερα το σύγγραμμα (βλ. λήμμα), κι επίσης να ζητήσει από κάποια εμφανίσιμη συμφοιτήτρια με απώτερο σκοπό να τη ρίξει στο κρεβάτι, στον καναπέ, σε ένα τραπέζι ή σε μια επίπεδη επιφάνεια τέλος πάντων.
  • ΣΠΑ.ΠΑ.ΠΕ: Σπατάλη Πατρικής Περιουσίας. Επαγγελματική ειδικότητα που επιλέγει μερίδα φοιτητών, σε οποιοδήποτε σημείο της διάρκειας των σπουδών της, όταν διαπιστώσει ότι η επιλογή που έκανε πρωτίστως δεν ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία της και το τσι της. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι το 100% των φοιτητών που επιλέγουν τη ΣΠΑ.ΠΑ.ΠΕ ολοκληρώνει με επιτυχία την ειδίκευσή του σε αυτήν.
  • Σύγγραμμα: Ο πιστός σύντροφος του φοιτητού στην αναζήτηση της γνώσης, ή τουλάχιστον έτσι νομίζει ο καθηγητής που το έγραψε, γιατί συνήθως τα περισσότερα συγγράμματα είναι για τον πούτσο. Ή έτσι θα έλεγε κάποιος κακοπροαίρετος. 
  • Συνέλευση: Καλλιτεχνικό δρώμενο κατά το οποίο Κνίτες, Δαπίτες (βλ. λήμματα) και διάφοροι τυχάρπαστοι φοιτητές μαζεύονται σε ένα χώρο, συμμετέχουν σε δημοκρατικό διάλογο, αντιπαραθέτουν ιδέες και απόψεις και τελικά αποφασίζουν κατάληψη.
  • Τάβλι: Πνευματικό παίγνιο, ιδιαίτερα αγαπητό μεταξύ των φοιτητών, που οξύνει την κρίση και βοηθάει τους φοιτητές να ανταποκρίνονται καλύτερα στις απαιτήσεις του πνευματικού τους αγώνα, καθώς και να περνούν δημιουργικά τις ώρες που δεν αφιερώνουν σε αυτόν.
  • ΤΕΙ: Ίδρυμα το οποίο εξειδικεύεται στο να παρέχει στους φοιτητές πρακτική ειδίκευση σε χρήσιμες ειδικότητες όπως η Μπουγατσοκοπτική με Φωτόσπαθο, η Κομμωτική Αιδοίου, η Ιχθυοψυχολογία και το Καλλιτεχνικό Οριγκάμι. Ιδιαίτερο ρόλο παίζει στην τόνωση των τοπικών οικονομιών μεγαλουπόλεων σαν το Μεσολόγγι, τη Σάμο και την Άνω Κατσικοραχούλα.
  • Τίτσου: Χαρτοπαίγνιο, παιζόμενο με είδος τράπουλας το οποίο περιέχει δράκους και άλλα πράγματα που βλέπει κανείς όταν καταναλώνει μπάφους (βλ. λήμμα), και το οποίο είναι ιδιαίτερα εθιστικό ανάμεσα στους φοιτητές. Στους πάσχοντες συνιστάται να απευθυνθούν στα ειδικά κέντρα απεξάρτησης από το τίτσου ή στην τηλεφωνική γραμμή 2310696969.
  • Φιλοσοφική: Ουτοπικό μέρος όπου το γρασίδι είναι πράσινο, τα κορίτσια είναι όμορφα και οι υπόλοιποι στίχοι του Άξελ Ρόουζ λαμβάνουν σάρκα και οστά, τουλάχιστον αν είσαι καταπιεσμένος μηχανολόγος (βλ. λήμμα) όπου στη σχολή σου είναι τρεις γυναίκες και οι δύο λεσβίες.
  • Χανγκόβερ: Κωμωδία με τον Ζακ Γαλιφιανάκη, ιδιαιτέρως δημοφιλής. Επίσης, κατάσταση στην οποία περιέρχεται ο φοιτητής μετά από ν αριθμό αλκοολούχων (βλ. λήμμα) ποτών, όπου το ν καθορίζεται με έναν ιδιαίτερα πολύπλοκο μαθηματικό τύπο τον οποίο δε χρειάζεται να ξέρετε γιατί ειδικά αν είστε ο Ρασκόλνικωφ δεν πρόκειται να καταλάβετε. Εξίσου δημοφιλής.
Ναι, είμαι σίγουρος ότι όλο και κάτι σημαντικό θα έχω ξεχάσει. Συμπληρώστε το από κάτω στα σχόλια γιατί βαριέμαι.
Αυτά, και να προσέχετε μην πέσετε θύματα της σκληρής και άπονης καρδιάς της Κατερίνας, κάτι που δεν είχε να κάνει με την ανάρτηση αλλά με το προσωπικό δράμα που βιώνω μετά τον χωρισμό μου από την Κατερίνα και ΓΥΡΝΑ ΠΙΣΩ ΓΑΜΩΤΗ ΜΟΥ Σ'ΑΓΑΠΑΩ...ε, αχέμ, ναι, πάνω απ'όλα αξιοπρέπεια.

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

ΩΡΑ ΝΑ ΜΑΘΟΥΜΕ ΓΡΑΜΜΑΤΑ BITCHEEEZ!

Yπάρχει ένα είδος ψαριού, στα βαθυγάλανα νερά της Κρήτης, το οποίο αναπαράγεται αποκλειστικά με πρωκτικό σεξ.
Αυτό το σπάνιο είδος ψαριού, που αριθμεί πολύ λίγα μέλη, συγκεκριμένα 28,2 σύμφωνα με την τελευταία μέτρηση που πραγματοποιήθηκε εδώ και τρεις μέρες που έχουν περάσει εβδομήντα δύο ώρες, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στη χρήση αυτής της αναπαραγωγικής διαδικασίας, γιατί το νερό ξέπλενε τα λιπαντικά και έτσι έπρεπε να γαμιούνται ασάλιωτα.
Αυτό, όπως καταλαβαίνετε όλοι σας εκτός κι άμα είστε πανευρωπαηλίθιοι, προκαλεί μεγάλη τριβή, οπότε σύμφωνα με τον εβδομήντα εφτά κόμμα έξι νόμο της θερμοδυναμικής εκλύεται προς τα έξω θερμότητα και ανεβαίνουν οι συνολικές θερμοκρασίες της γης κι οι Οικολόγοι-Πράσινοι τρίβουν τα χέρια τους και λερώνουν τα βρακάκια τους με πρόωρη κόλλα γονιμοποίησης γιατί βγαίνει αληθινό το φαινόμενο του θερμοκηπίου...
...και τέθοιους.
Μελετητές, ωστόσο, έδειξαν ότι αυτό το ψάρι έχει στο γονιδίωμά του μια ειδική ακολουθία που, όταν το καταναλώνει ο άνθρωπος, δημιουργεί τη γνωστή και ιδιαιτέρως επικίνδυνη ασθένεια και μάστιγα των καιρών μας που λέγεται γκέιτζ.
Το είδος, δε, αυτό, είναι ιδιαίτερα συγγενικό με τον λούτσο. Οι ειδικοί συνιστούν, μέχρι να εξακριβωθούν οι διαφορές με τον λούτσο, να μην καταναλώνεται κανένα από τα δύο είδη ψαριών, αλλιώς την λουτσίσαμε και τα σχετικά.

Γνωρίζετε αυτόν εδώ τον μπουσταρά;
Ο κακομοίρης αυτός λέγεται Ρούντολφ ΜακΓκάβλιν, γεννήθηκε σε ένα χωριό της ανατολικής Σκωτίας στις 32 Φεβρουαρίου κάποιου έτους και μέχρι και προχθές δεν είχε κάνει τίποτα σημαντικό στη ζωή του.
Οι μέρες του περιλάμβαναν δραστηριότητες όπως το να φοράει παραδοσιακές σκοτσέζικες καρώ φούστες για να αερίζονται τα καλαμπαλίκεν του, να τρώει φις εντ τσιπς πέντε φορές τη μέρα και να παίζει φανατικά ξυστό, για να κερδίσει πέντε λίρες και να αγοράσει κι άλλα ξυστά.
Προχθές, όμως, καθώς καθόταν ανάσκελα σε έναν καναπέ και γαμιότανε τρυφερά με ένα φρεσκομαγειρεμένο haggis, κοιτούσε το ταβάνι κι έπινε τσίπουρο που του είχε φέρει μια τρίτη ξαδέρφη του απ'τον Τύρναβο, πήρε μια πολύ σημαντική απόφαση για τη ζωή του: να φτιάξει το μεγαλύτερο σουντόκου του κόσμου.
Έτσι, νοίκιασε μια πλατεία, αγόρασε εκατόν ογδονταδώδεκα μέτρα χαρτί κι άρχισε να φτιάχνει τρία επί τρία τετραγωνάκια.
Τελικά, καθώς έφτασε στο τελευταίο κάτω δεξιά τρία επί τρία τετραγωνάκι και ετοιμαζόταν να πανηγυρίσει που πέτυχε τον μεγάλο σκοπό της ζωής του, δεν πρόσεξε, βγήκε έξω από την πλατεία και τον πάτησε ένα αυτοκίνητο.
Καταχωρήθηκε στο βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες ως ο πιο ηλίθιος θάνατος που συνέβη ποτέ.

Υπάρχει μια γωνιά της Θεσσαλονίκης, στην οποία δεν υπάρχει ακόμα Μικέλ.
Ο υπερήφανος ιδιοκτήτης της, Βαγγέλης Τζιτζιμίτζιρας, περιγράφει το πώς κατάφερε να κρατήσει την κυριαρχία του σπιτιού του:
"Ξυπνάω μια μέρα που λέτε, να πάω στη δουλειά μου, βλέπω ότι το κτίριο έχει γίνει Μικέλ. Μου λένε, δε σε χρειαζόμαστε εδώ πέρα, έχουμε καφετζήδες, απολύεσαι. Λέω, ντάξει, τι να κάνουμε, έχω δίπλωμα, θα γίνω ταξιτζής. Μπαίνουν διάφοροι πελάτες, μου λένε "πάμε ξέρω γω Τσιμισκή και Αριστοτέλους". Τι είναι εκεί πέρα, τους λέω, Μικέλ μου λένε. Πριν δυο μήνες ήρθε και μετακόμισε στο σπίτι μας η κουνιάδα μου η Μαριγούλα, γιατί κάνανε το σπίτι της Μικέλ. Λέω στη γυναίκα μου, γαμώτη ρε Τασούλα, πού θα την χωρέσουμε και τη Μαριγούλα; Τσακωθήκαμε. Μετά από λίγο σταματάνε τα παιδιά μου να πηγαίνουν στο σχολείο, γιατί ο διευθυντής πούλησε το κτήριο στο Μικέλ. Όχι ρε πούστη, λέω, θα μου μείνουνε τα παιδιά αμόρφωτα, κι ο μεγάλος μου γιος είχε όνειρο να γίνει ηπατολόγος και δεν θα μπορέσει ποτέ να πούμε. Λέω, ντάξει, δεν μπειράζει, έχουμε δουλειά, μπορούμε να ταΐσουμε τα παιδιά μας και τέθοια. Την επόμενη μέρα πάω να ξεπαρκάρω το ταξί, βλέπω έγινε Μικέλ. Να, μα την Μπαναγία! Και την επόμενη μέρα έρχονται δύο τύποι στο σπίτι μου, λέω "τι θέλουτε, μίστερ;" και μου λέει "να κάνουμε το σπίτι σας Μικέλ για να εξυπηρετείται ο κόσμος", ε, εκεί, μα την Μπαναγία, πήρα το ντουφέκι και τους φύτεψα δυο σφαίρες στον γκαρίτσαυλο."
Αμέσως μετά από αυτή την αποκάλυψη, ο κύριος Τζιτζιμίτζιρας πήγε φυλακή για τη δολοφονία των δύο υπαλλήλων του Μικέλ.
Αφέθηκε ελεύθερος λίγο αργότερα, γιατί ο Μικέλ αγόρασε και τη φυλακή.

Ξέρετε τι είναι αυτό εδώ;
Αυτό εδώ είναι ένα ηλεκτρονικό τσίγκαρετ. Δεν είναι όμως έτσι απλά ένα ηλεκτρονικό τσίγκαρετ, αλλά περιέχει πάρα πολλά οφέλη κι έτσι είναι πορτοκαλύτερο από το απλό, κανονικό τσίγκαρετ.
Κατ'αρχήν, το ηλεκτρονικό τσίγκαρετ δεν περιέχει πίσσα. Η πίσσα είναι αυτό το μαύρο πράγμα που κολλάει και το στρώνουμε στην άσφαλτο και παλιά στο άγριο και σκληρό Τέξας αλείφανε τους καμπόηδες άμα κλέβανε στο πόκερ και τους βουτούσανε σε κοτέτσια για να δείξουν πόσο φιλόξενοι ήτανε, σύμφωνα με το παλιό ινδιάνικο έθιμο.
Λοιπόν, αυτό το πράμα, όταν καπνίζεις τα κανονικά τσίγκαρετ, έρχεται και κάθεται πάνω στα πλεμόνια σου. Τα πλεμόνια σου ουσιαστικά είναι μέσα σαν μικρά μικρά φιλτροχοάνες άμα έχετε δει που κωλοφτιάχνουνε τα Ίμπιζα κάτι κάγκουρες σαν την αδερφάρα τον Περίνεο. Οπότες άμα καπνίζεις έρχεται η πίσσα και μπλοκάρει τη φιλτροχοάνη σου και δεν μπορείς να ανεβάζεις στροφές και να τουρμπάρεις και να είσαι σαν κι εμένα θεούλης του σεξ και τέθοιους.
Επιπλέον, ενώ το απλό και θλιβερό τσίγκαρετ βγαίνει μόνο σε γεύση καρκινίλας, εχτός από τα Μπλακ Ντέβιλ που βγαίνουνε με άρωμα βανίλιας αλλά τα Μπλακ Ντέβιλ είναι πιο ούλτρα-γκέι κι από το τελευταίο βίντεο του Μάικιους να κάνει τσιμπούκια στο Σίλα και τον Ερμόλαο, το ηλεκτρονικό τσίγκαρετ δίνει τη δυνατότητα να διαλέξεις πολλές γαμάτες γεύσεις.
Μερικές από αυτές είναι: σουβλάκι, γύρος, λουκάνικο με ή χωρίς πράσο, σαρδέλα στα κάρβουνα (στην οποία περίπτωση ο οργανισμός ωφελείται επιπλέον από τα ωμέγα τρία, ωμέγα έξι και ωμέγα Σαλέξανδρος που περιέχει η σαρδέλα), σοκολατίτσα, καρυδοπιτούλα, μπουγατσούλα και άλλα αηδιαστικά υποκοριστικά που αποκαλεί ο Θωμάς ο Γάργαρος την Κατερίνα, που νομίζει ότι είναι η μεγάλη αγάπη της ζωής του αλλά μετά ξυπνάει και ξαναβγάζει από το βάθος της ντουλάπας την φουσκωτή κούκλα που αποκαλεί Μπιγιονσέ και την τρόμπα.
Τέλος, έγκριτοι ειδικοί όπως ο Μάρκος Σεφερλής, ο Έντι Φαν Χάλεν, η Ζωή Κωνσταντοπούλου κι ο μαύρος πρωταγωνιστής της ταινίας εκπαιδευτικού κινηματόγραφου "Ιντεραράπικαν: Μεγάλη και Σίγουρη" ερευνούν τις ιδιότητες που έχει η χρήση του ηλεκτρονικού τσίγκαρετ πάνω στην ψυχολογική ισορροπία, στην περιβαλλοντική περιβαντολογία, στις ευαίσθητες κοινωνικές δομές και στο SWAG.
Μουφουμουζού, μπίτσεεεζ.
Αφιερωμένο εξαιρετικά στον μπαμπά Χωστήρα, ο οποίος τις τελευταίες μέρες θεώρησε αστείο το να παρωδήσει τη σειρά άρθρων που ξεκίνησα με τον τίτλο "Το Ημερολόγιο Ενός Μηχανολόγου" γράφοντας το "Ημερολόγιο Ενός Ηπατολόγου". Οπότε με τη σειρά μου κι επειδή το μήλο κάτω απ'την αχλαδιά θα πέσει ή κάπου εκεί γύρω τέλος πάντων, αποφάσισα κι εγώ να παρωδήσω τη σειρά άρθρων που είχε βγάλει πριν κανένα μήνα που μας γαμούσε τον πάτο γλυκά με χρήσιμες και -κυρίως- άχρηστες γνώσεις για την αθρωπότητα, το σύμπαν και τέθοια. Άμα το παραχέσουμε κι οι δύο, παρακαλείται η μαμά Κρήτη να μας τραβήξει από το αυτί και τους δύο για να ησυχάσουμε. Ευχαριστώ.

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Μάντελαϊν: Η Οδύσσεια Μιας Παρεξηγημένης

Τι; Δε σας λέει τίποτα το όνομα Μάντελαϊν; Κοιτάξτε εδώ και θα θυμηθείτε.
Η συνάντησή της με τον Τζακ, που πολλοί αποκαλούσαν κι Εκλεκτό, ήταν εκρηκτική. 
Ο Τζακ είχε ξεχάσει το αναμμένο τσιγάρο του δίπλα σε μια φιάλη υγραερίου.
Δεν έμεινε τίποτα από τη μυστική της βάση, και για αρκετό καιρό θεωρούνταν νεκρή. Δηλαδή, όπως ίσως θα είχατε ήδη μαντέψει, έτσι άφηνε τους άλλους να πιστεύουν.
Ήταν πλέον ο καιρός η Μάντελαϊν να πάρει στο παγκόσμιο σκηνικό τη θέση που της άξιζε.
Σε αυτή την ιστορία δε χωράνε αναφορές σε Εκλεκτούς, βυζαρούδες γκόμενες, απατημένους μικροψώληδες και αλκοολικούς κιθαρίστες. Αυτή η ιστορία αφορά τη Μάντελαϊν, που, μακριά απ'όλα αυτά, ήταν έτοιμη να διεκδικήσει ό,τι της άξιζε.
Υπήρχε όμως ένα μικρό προβληματάκι.
Δεν είχε λεφτά.
Έτσι, αναγκάστηκε να έρθει στη Θεσσαλονίκη και να συγκατοικήσει με τον Αναξίμανδρο, έναν φοιτητή Δημιουργικής Παπαρολογίας. Όπως ήταν φυσικό, ο Αναξίμανδρος δεν άργησε να ερωτευτεί τα μεταξένια μακριά μαύρα μαλλιά της, τα ολοστρόγγυλα, σχεδόν παιδικά πράσινα μάτια της, τα μικρά και σφιχτά στήθη της και το σημάδι σε σχήμα αστραπής που είχε πάνω απ'το αριστερό κωλομέρι της.
Επί ένα μήνα, της άφηνε ραβασάκια στο ψυγείο, τύπου "Μάντελαϊν, έχεις κάνει την καρδιά μου να πετάξει, κι επίσης πάρε ψωμί", της έστελνε μηνύματα από τις ατάκες που τους μάθαιναν στη σχολή, της άφηνε τριαντάφυλλα κάτω απ'το πάπλωμα, αλλά ξεχνούσε να βγάλει τα αγκάθια και της τσιμπούσαν τον κώλο. Η Μάντελαϊν δεν αντιδρούσε, γιατί δεν επρόκειτο να βρει αλλού φθηνότερο νοίκι. 
Όταν όμως μια μέρα γύρισε νωρίς και τον έπιασε στο δωμάτιό της, ολόγυμνο, να κρατάει ένα καλσόν της στο χέρι, ήταν πλέον too much που λέμε κι εμείς οι Εγγλέζοι.
-Τι κάνεις εκεί με το καλσόν μου, ρε ανώμαλε;
-Ε...ήθελα να κάνω μια ληστεία τράπεζας και...
-Ναι, καλά. Λες και δεν έχω καταλάβει ότι θες το κορμί μου.
-Ε, ναι, θέλω και το κορμί σου, αλλά θέλω να κάνω και ληστεία τράπεζας. Τόσα χρόνια στο σκατό και στη μουτζούρα, το σκατό μου παξιμάδι έκανα, αλλά τώρα ούτε για τα τσιγάρα μου δε φτάνουν.
-Μπα; Λοιπόν, δεν υπάρχει λόγος να ασχολείσαι με τράπεζες και λοιπά ψιλικατζίδικα. Έλα μαζί μου και θα κυριαρχήσουμε στον κόσμο!
Στην πραγματικότητα, η Μάντελαϊν πίστευε ότι δε χρειαζόταν τον Αναξίμανδρο για τα σατανικά της σχέδια. Ήθελε απλά να τον φορτώσει στο αυτοκίνητό της, να σταματήσει κάπου στην εξοχή, να του πετάξει ένα φρίσμπι και να τον παρατήσει εκεί πέρα. Αλλά αυτό ήταν κάτι που δεν έμελλε να συμβεί, γιατί δεν είχε λεφτά να αγοράσει φρίσμπι.
Λίγες μέρες αργότερα, ένα ψυχεδελικά βαμμένο αρχαίο βανάκι VW ξεκινούσε από τα στενά της όμορφης κι ερωτικής Θεσσαλονίκης, βήχοντας, φτύνοντας κι αγκομαχώντας, με προορισμό τον Πειραιά κι από εκεί το καράβι για τα Μάταλα. Επιβάτες του ήταν η Μάντελαϊν κι ο Αναξίμανδρος, ντυμένοι παιδιά των λουλουδιών.
Η Μάντελαϊν χαμογελούσε ειρωνικά, καθώς έβαζε τα παρδαλά φουλάρια της και τα φαρδιά φορέματα πάνω από τις αξύριστες για ένα μήνα μασχάλες της. Θυμόταν που κάποτε, όταν ήταν μικρή, νόμιζε ότι τα παιδιά των λουλουδιών τρώνε λουλούδια. Λες και ήταν τίποτα αγελάδες. Τι ηλίθια που υπήρξε.
Κάπου έξω απ'την Κατερίνη, ένας τρίτος επιβάτης είχε προστεθεί στο χαρούμενο παρεάκι των συνομωτών. Τον λέγανε Τζίμη, είχε προορισμό τη Λαμία και σύντομα θα αποδεικνυόταν ότι δεν είχε έρθει για καλό εκεί μέσα.
Η Μάντελαϊν τον μισούσε, γιατί η παρουσία του Τζίμη δεν την άφηνε να αναπτύξει όπως ήθελε τα σατανικά της σχέδια. Ο Αναξίμανδρος τον μισούσε, γιατί τον θεωρούσε ως έναν πιθανό ανταγωνιστή του για την καρδιά της Μάντελαϊν. Κι ο Τζίμης τους είχε γραμμένους στ'αρχίδια του και τους δύο, γιατί μαστούρωνε από έναν ατελείωτο μπάφο, που του είχε δώσει ένας αλκοολικός κιθαρίστας-εκπαιδευτής Εκλεκτών μια νύχτα στην Καλιφόρνια.
Εν τέλει, κάποια στιγμή, καθώς το βανάκι έσκουζε, έτρεμε και τρανταζόταν σύγκορμο στους υπέροχους ελληνικούς δρόμους, ένας σκουριασμένος μεντεσές δεν άντεξε, η πόρτα έφυγε και ο Τζίμης βρέθηκε ξαπλωμένος χύμα στην άσφαλτο. Κανείς δεν έδειξε να στεναχωριέται ιδιαίτερα γι'αυτό το γεγονός, ούτε καν ο ίδιος ο Τζίμης, αφού την άραξε εκεί πέρα και συνέχισε να την πίνει.
Μια διερχόμενη νταλίκα που μετέφερε γελάδια δεν είχε την ίδια γνώμη.
Εν τέλει, ένα πολύ μακρύ ταξίδι αργότερα, γεμάτο στάσεις για τσιμπολογήματα, καθώς οι αναθυμιάσεις από τον μπάφο του Τζίμη δεν είχαν καταλαγιάσει ακόμα, το 60's αυτό θέαμα έφτασε στο λιμάνι του Πειραιά. Καθώς επιβιβάζονταν στο πλοίο για την Κρήτη, η Μάντελαϊν συνειδητοποίησε ότι είχε κάνει ένα μικρό μικρό μικρό λαθάκι στο σατανικό της σχέδιο.
Δεν άντεχε τη θάλασσα.
Όσο ο Αναξίμανδρος περιφερόταν στο πλοίο, παίζοντας ευχάριστα τραγουδάκια στην ακουστική κιθάρα του και διασκεδάζοντας τα πλήθη, που νόμιζαν ότι κάποιος αποφάσισε να κάνει ριμέικ των ταινιών της Βλαχοπούλου, η Μάντελαϊν ήταν στην κουπαστή και ξερνούσε ακατάπαυστα.
Το μόνο καλό ήταν ότι κατάφερε να χάσει επιτέλους εκείνα τα τριάμιση κιλά που της είχαν καθίσει στον κώλο. Αργότερα τα βρήκε μια Τζίνα, που τα'χε μ'έναν Τζακ, αλλά αυτό είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία που πρέπει να σας διηγηθώ κάποτε.
Μόλις πάτησαν τα εδάφη της Λεβεντογέννας, συνειδητοποίησαν ότι είχαν ξεχάσει να πάρουν χάρτη, κι ότι δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα GPS των σούπερ εξελιγμένων smartphones τους, γιατί ήταν χίπηδες κι έπρεπε να ακολουθούν το πνεύμα των σίξτιζ.
Λίγο παρακάτω, σε ένα δέντρο, βρήκαν να στέκεται ένας Κρητικός, κοντός αλλά νταβρατισμένος, με μακριές ξανθές μπούκλες.
-Συγνώμη, μαν, πης, λαβ εντ αντερστέντινγκ κι έτσι, πώς θα πάμε στα Μάταλα να πούμε;
-Α, πανεύκολο, θα στρίψετε εδώ δεξιά, λίγο παρακάτω αριστερά, στην τρίτη χασισοφυτεία ευθεία και τέθοια.
-Οκ, μαν. Μέικ λαβ νοτ γουόρ.
-Μπα που να πάθετε γκέιτζ, πανευρωπαηλίθιοι, είπε μέσα απ'τα δόντια του ο περίεργος αυτός ξένος, καθώς έσβηνε το τσίγκαρετ που κάπνιζε στην άσφαλτο.
-Σαν να μου φαίνεται ότι κάπου είχα ξαναδεί αυτόν τον τύπο, παρατήρησε η Μάντελαϊν.
-Άι κεντ γκετ νο σατισφάξιον, απήντησε ο Αναξίμανδρος.
-Έι, ξεκόλλα, ηλίθιε, δεν είμαστε πραγματικοί χίπηδες, απλά τους παριστάνουμε για να μπούμε σε μια σπηλιά στα Μάταλα και να βρούμε τις οδηγίες για την κατάκτηση του κόσμου!
-Μπατ άι κεντ γκετ νο σατισφάξιον ρε συ Μάντελαϊν. Μ'έχεις φλομώσει στη μαλακία τόσες μέρες να πούμε.
-Χέσε μας ρε Αναξίμανδρε.
Για το υπόλοιπο του ταξιδιού δε μιλιόντουσαν.
Εντέλει, καθώς σκαρφάλωναν στα κατσάβραχα των Ματάλων, κι ενώ το μέρος είχε αδειάσει από χίπηδες κι είχε γεμίσει σουρωμένα Αγγλάκια αλλά προφανώς κανείς δεν το έκρινε απαραίτητο να ενημερώσει τους δύο ήρωές μας, ένα παράξενο θέαμα τους περίμενε.
Η είσοδος μιας από τις σπηλιές ήταν σηματοδοτημένη με μια τεράστια πινακίδα νέον που έγραφε "ΓΙΟΥΧΟΥ! ΜΑΝΤΕΛΑΪΝ! ΕΔΩ ΜΕΣΑ!" Όπως ήταν φυσικό, η Μάντελαϊν δεν μπορούσε να αγνοήσει μια τόσο δελεαστική πρόταση, παρ'όλο που οι υπόλοιποι αναγνώστες ίσως υποπτεύονται ότι ήταν παγίδα.
Αλλά τελικά δεν ήταν. Το μόνο που βρισκόταν στη σπηλιά ήταν ένας διακτινιστής, μια ντουζιέρα και μία πρόσκληση για την τελετή των Όσκαρ.
-Ίσως είναι σημάδι, είπε η Μάντελαϊν.
-Αχ, τέλεια! Πάντα ήθελα να πάω στα Όσκαρ, είπε ο Αναξίμανδρος.
-Χριστέ μου, περιτριγυρίζομαι από ηλίθιους, είπε η Μάντελαϊν.
Μια τουαλέτα Βερσάτσε κι ένα γερό ντουζάκι αργότερα, η Μάντελαϊν κι ο Αναξίμανδρος (που, για να μη μπερδευόμαστε, δε φορούσε τουαλέτα Βερσάτσε αλλά κοστούμι Αρμάνι, γιατί το Χόλυγουντ δεν είναι ακόμα έτοιμο για τόσο τολμηρές ενδυματολογικές προτάσεις) βρίσκονταν πρώτο τραπέζι πίστα στην πιο λαμπερή βραδιά του κινηματογράφου.
Στο ίδιο τραπέζι με αυτούς κάθονταν οι Μπραντζελίνα μαζί με το Κογκολέζικο ορφανοτροφείο που είχαν υιοθετήσει, η Μαντόνα με έναν νεαρό που είχε έρθει να της παραδώσει μια πίτσα και κατέληξε να της παραδίδει πίτσες από τη Βιλγαρία κι η Μπιγιονσέ με τον Τζέι Ζι. Τη βραδιά παρουσίαζε, επειδή όλοι οι άλλοι υποψήφιοι είχαν ανειλημμένες υποχρεώσεις, ο Θέμης Γεωργαντάς.
-Και τώρα, για το Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου, κυρίες και κύριοι...νικητής είναι...ο Ρόμπερτ Πάτινσον για την ερμηνεία του ως Έντουαρντ στο Τουάιλαϊτ!
Όλοι οι αστέρες του Χόλυγουντ άρχισαν να χειροκροτούν βαριεστημένα, η Μάντελαϊν όμως επαναστάτησε.
-Ε, όχι! Αυτό είναι κοροϊδία!
-Συμφωνώ απόλυτα! δήλωσε η Μπιγιονσέ.
-Μπράβο, Μπιγιονσέ! είπε με θέρμη η Μάντελαϊν. 
-Μα βέβαια! συνέχισε η μελαψή καλλονή. Όλοι ξέρουμε ότι ο Τζέικομπ έπρεπε να κερδίσει! Είναι πολύ πιο γλυκούλης!
Η Μάντελαϊν εκείνη τη στιγμή αφηνίασε. Όρμησε στη Μπιγιονσέ κι αποπειράθηκε να την ξεμαλλιάσει.
-Γκετ γιο χαντς οφ μάι γουάιφ, μπιατς, είπε ο Τζέι Ζι και μπήκε ανάμεσά τους.
-Μαζεύτε τους, ρέι! άρχισε να φωνάζει ο Γεωργαντάς, και σύντομα οι φρουροί είχαν πλημμυρίσει το θέατρο Κόντακ.
Η Μάντελαϊν κι ο Αναξίμανδρος άρχισαν να τρέχουν στα νυχτερινά στενάκια του Λος Άντζελες, ώσπου ο Αναξίμανδρος έπεσε μέσα σε έναν ανοιχτό υπόνομο. Η Μάντελαϊν συνέχισε να τρέχει, καθώς η Μαντόνα ξωπίσω της παραήταν γρήγορη για ένα άτομο στην ηλικία της-συνήθως σε αυτή την ηλικία περιέρχονται σε απόλυτη ακινησία.
Ξαφνικά βρήκε μπροστά της μια ανοιχτή πόρτα. Μπήκε μέσα, την έκλεισε με φόρα, κοπανώντας τη με δύναμη στα βυζιά της Αντζελίνα, πριν θυμηθεί ότι η Αντζελίνα είχε κάνει μαστεκτομή. 
Ήταν έξι διαδοχικά δωμάτια. Στο πρώτο βρήκε ένα ματωμένο σφυρί. Στο δεύτερο μια γεννήτρια Van Der Graaf. Το τρίτο ήταν ένα νεκροταφείο και σκοινιά κρέμονταν απ'το ταβάνι. Στο τέταρτο στεκόταν ένα μισογκρεμισμένο άγαλμα με μια ζυγαριά. Το πέμπτο ήταν ένα άδειο δωμάτιο με μαύρους τοίχους. Και στο έκτο οι τοίχοι είχαν λεκέδες από αίμα και σπέρμα.
Η Μάντελαϊν είχε αρχίσει να φοβάται εκεί μέσα. Και ξαφνικά, άνοιξε το πάτωμα από κάτω της κι έπεσε σε ένα στρώμα.
Απέναντί της στεκόταν μια φιγούρα που θυμόταν από κάπου, αλλά δε θυμόταν αν τη θυμόταν. Ένας άντρας, γύρω στα πενήντα, που κρατούσε στα χέρια του ένα μπάσο.
Δεν ήταν άλλος από τον Κλιφ Μπάρτον.
-Μα...μα...εσύ δεν είχες πεθάνει;
-Ναι, είχα πεθάνει.
-Και...τότε...πώς είσαι εδώ;
-Μα δεν πέθανα.
-Κάτσε...τελικά πέθανες ή δεν πέθανες;
-Θα σου εξηγήσω. Εκείνο το βράδυ στη Σουηδία, καθώς εκπαραθυρώθηκα από το πούλμαν, φαίνεται ότι οι μπασιστικές εμπνεύσεις μου από το Μάστερ Οφ Πάπετς είχαν συσσωρεύσει αρκετή ενέργεια μεταλλικής γαμιστερότητας, ώστε, καθώς έπεφτα, ξαφνικά το πνεύμα μου διακτινίστηκε σε μία παράλληλη διάσταση. Όταν κατάφερα να γυρίσω εδώ, ήταν πολύ αργά, με είχαν ήδη κηδέψει. Έτσι αποφάσισα να δημιουργήσω αυτό εδώ το μυστικό κρησφύγετο και, από εδώ μέσα...
...μια παρανοϊκή λάμψη άστραψε στα μάτια του...
-...να κυριαρχήσω στον κόσμο! 
-Α, τέλεια, είπε η Μάντελαϊν. Είσαι ο άνθρωπός μου. Αυτό ακριβώς έψαχνα να κάνω.
-Τι; Εσύ; Να κυριαρχήσεις στον κόσμο; Μουάχαχαχα. Σε λίγο θα μας πεις κι ότι ο Νιούστεντ ήταν καλύτερος μπασίστας από εμένα.
-Μα...αν δεν κυριαρχήσω στον κόσμο, τότε τι θα κάνω;
-Λοιπόν, κοριτσάκι, δε σου μένει τίποτα άλλο να κάνεις...
...κι άρχισε να ξεκουμπώνει το παντελόνι του...
-...παρά να καβαλήσεις την αστραπή!
Ένα ουρανομήκες YEAAAAAAAAAAH! βγήκε από το λαρύγγι του Πητ Τάουνσεντ κι έσχισε τον νυχτερινό ουρανό του Λος Άντζελες στα δύο.
-ΠΟΤΕ! βροντοφώναξε ο Αναξίμανδρος, που έβγαινε από μια τουαλέτα, καθώς φαινόταν (και μύριζε) σαν να έχει κολυμπήσει σε υπόνομο. Δε θα επιτρέψω...ξεκίνησε να πει, αλλά μόλις σήκωσε το κεφάλι του και αντίκρισε τον Κλιφ, το μόνο που πρόφτασε ήταν να τσιρίξει "ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ! ΦΑΝΤΑΣΜΑ!" σαν κοριτσάκι, και μετά λιποθύμησε.
-Αρνούμαι, βρωμερέ πορνόγερε, να σου κάτσω! είπε με σθένος η Μάντελαϊν.
-Δεν είναι στο χέρι σου! απήντησε ο Κλιφ, και, παίζοντας δύο νότες στο μπάσο του, η τουαλέτα της Μάντελαϊν σκίστηκε στα δύο κι η ίδια τινάχτηκε πίσω, πέφτοντας μπρούμυτα στο στρώμα. Όμως ο Κλιφ, εκεί που ήταν έτοιμος να της δείξει τι θα πει Metal Up Your Ass, κοντοστάθηκε. Ήταν φανερό ότι κάτι πολύ παράξενο συνέβαινε.
-Για μια στιγμή...αυτό το σημάδι, πάνω από το αριστερό σου κωλομέρι...πες μου, Μάντελαϊν, χου'ζ γιορ ντάντι;
-Ανώμαλε! Πρόστυχε! Βρωμόστομε! του είπε η Μάντελαϊν.
-Όχι, σοβαρά, πες μου, ποιος είναι ο πατέρας σου; Έχει σημασία.
-Μα...δεν ξέρω. Δεν τον γνώρισα ποτέ μου. Με μεγάλωσε μόνη της η μητέρα μου.
-Και πώς έμοιαζε η μητέρα σου; ρώτησε ο Κλιφ, όλος αγωνία.
-Σαν κι εμένα, περίπου, ίσως λίγο πιο ψηλή...και άκουγε φανατικά Μετάλικα...
Προφέροντας την τελευταία αυτή λέξη, η Μάντελαϊν δάκρυσε, και κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια του Κλιφ. Ήταν πλέον φανερό ότι υπήρχε μια πολύ ισχυρή σύνδεση μεταξύ τους.
Ο Κλιφ, χωρίς να πει λέξη, γύρισε την πλάτη του στη Μάντελαϊν, και της έδειξε το αριστερό του κωλομέρι, όπου, στο ίδιο ακριβώς σημείο με τη Μάντελαϊν, υπήρχε το σημάδι της αστραπής...
Αμέσως, αγκαλιάστηκαν σφιχτά, και ακολούθησαν οι εξής κραυγές ευτυχίας:
-Μπαμπά!
-Κόρη μου!
Ήταν αναμφίβολα μια συγκινητική σκηνή.
Ο Αναξίμανδρος συνήλθε, ξανατσίριξε και ξαναλιποθύμησε. Αφού ξανασυνήλθε, ο Κλιφ τον σήκωσε όρθιο και του είπε, με πατρική στοργή:
-Παιδί μου, η Μάντελαϊν είναι η χαμένη κόρη μου και δεν έχω σκοπό να τη βιάσω. Επομένως, δεν έχω παρά να σας δώσω την ευχή μου για τα καλύτερα.
-Α...αλήθεια; έκανε ο Αναξίμανδρος και κόντεψε να δακρύσει.
-Τι; έκανε η Μάντελαϊν, ξινίζοντας τα μούτρα της. Πώς σου πέρασε από το μυαλό, μπαμπά, ότι θα παντρευτώ αυτόν τον ανώμαλο, καλσονολάγνο, γλοιώδη, πέφτουλα, φλώρο, ανίκανο να κάνει έστω και μία σωστή δουλειά...
...ο Αναξίμανδρος δεν μπορούσε πλέον να συγκρατήσει το κλάμα του...
-...ηλίθιο, χαμερπή, ρομαντικό της δεκάρας, αντισεξουαλικό, ξενέρωτο, μικροτσούτσουνο, πεζό, άφραγκο, ρεμάλι της κοινωνίας...
-Έχεις κι άλλες μαχαιριές να μου δώσεις στην καρδιά; ρώτησε ξεψυχισμένα ο Αναξίμανδρος.
-Μία ακόμα, είπε η Μάντελαϊν. Που τόσα χρόνια δεν αξιώθηκες ούτε το πανεπιστήμιο να τελειώσεις! Φύγε από μπροστά μου να μη σε βλέπω.
Κι έφυγε.
Κι έτσι τελειώνει αυτή η ιστορία.
Τι απέγιναν οι ήρωές της; 
Η Μάντελαϊν, μετά από τη συνταρακτική εμπειρία της επανένωσης με τον πατέρα της, συνειδητοποίησε ότι η μανία της να κυριαρχήσει σε όλο τον κόσμο δεν ήταν παρά μία προσπάθεια να ξεπεράσει την έλλειψη του πατέρα της. Η Μάντελαϊν Μπάρτον δεν είχε μέσα της την ανάγκη να κυριαρχήσει τον κόσμο.
Ο Κλιφ συνειδητοποίησε κι αυτός ότι η κυριαρχία ήταν ένα υποκατάστατο της επαφής με την κόρη του. Παράτησε το κρησφύγετο και έπιασε ένα μικρό σπιτάκι στα προάστια του Λος Άντζελες, όπου αυτός κι η Μάντελαϊν πέρασαν ευτυχισμένα χρόνια, δημιουργώντας στο μπάσο, ψήνοντας κουλουράκια και παίζοντας με τα τρία σκυλιά τους, τον Τζέιμς, τον Κερκ και τον Λαρς.
Ο Αναξίμανδρος δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει τη Μάντελαϊν και το έριξε στην πρέζα.
Κι ο Κρητικός με τις ξανθές μπούκλες έγινε διακεκριμένος φυσικός, αφού ανακάλυψε εντελώς τυχαία το συνταρακτικό γεγονός ότι εδώ και τρεις μέρες έχουν περάσει εβδομήντα δύο ώρες.
Και τέθοια.
Αυτά, και να προσέχετε μη μου τη δώσει και πιάσω κι όλους τους υπόλοιπους χαρακτήρες της saga του Εκλεκτού και θα μου τη λέει πάλι ο Γρηγόρης που όλη την ώρα ασχολούμαι με τον Φαν Χάλεν.

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Οδηγώ και δε σκέφτομαι


Όχι, ε; Καλά, θα σας βρω κάποιο καλύτερο soundtrack για την εγγραφή.

Πολύ καλύτερα, έτσι.
Προσοχή: Η ακόλουθη εγγραφή είναι πολύ πιθανό να σας θυμίσει τις φιλοσοφίες της Ράνιας από το Singles, η-ζωή-είναι-σαν-το-τάβλι-πόρτες-πλακωτό-και-τέθοια. Αλλά υπάρχουν δύο πολύ σημαντικές διαφορές: πρώτον, αντιπαθώ βαθύτατα το Singles. Θα ήταν το λιγότερο αστείο σίριαλ της ελληνικής τηλεόρασης, αν δεν υπήρχε στην ελληνική τηλεόραση ο Χάρης Ρώμας.
Και δεύτερον, η Ράνια ήταν απλά μια ηλίθια που έλεγε μαλακίες. Εγώ είμαι ένας ηλίθιος που λέει μαλακίες κι επιπλέον είναι από τους πρώτους στο τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών του ΑΠΘ. Άρα κερδίζω. Πάμε λοιπόν στο ζουμί.
Χθες, που λέτε, μπήκα για πρώτη φορά στη ζωή μου πίσω από το τιμόνι.
Τόσο ο Γρηγόρης όσο και η Ιωάννα, στο άκουσμα αυτής της είδησης, με ρώτησαν, ο μεν πόσες γριές έφαγα, η δε πόσα περίπτερα κατέβασα. Η απάντηση και στις δύο αυτές ερωτήσεις ισούται με τους -273,15 βαθμούς Κελσίου σε Κέλβιν. Για τον Ρασκόλνικωφ, αυτό σημαίνει μηδέν.
Δεν είναι ότι δεν είχα την καλή προαίρεση. Αλλά η εκπαιδεύτρια από δίπλα ήλεγχε γερά τα πετάλια.
Ναι, εκπαιδεύτρια. Θα μάθω να οδηγώ από γυναίκα. Τα πράματα είναι πολύ σοβαρά. Μαζέψτε τις κόρες και τις αδερφές σας.
Που λέτε, λοιπόν, μπαίνω μέσα στο αυτοκίνητο της σχολής και με πηγαίνει η εκπαιδεύτρια σε κάτι στενά εκεί χαμηλά στη Σταυρούπολη πίσω από το Μαρινόπουλο, και είμαι απόλυτα σίγουρος ότι όλοι εσείς που σας φέρανε μια φορά πενταήμερη στη Θεσσαλονίκη και ήσασταν όλη την ώρα πιο σουρωμένοι κι από μένα που στη δική μου πενταήμερη τραγουδούσα Παντελίδη από δωμάτιο σε δωμάτιο καταλάβατε πού στο διάολο είναι αυτό που σας λέω.
Σε ένα από αυτά τα στενά, λοιπόν, αλλάζουμε θέσεις, μου λέει πώς να φτιάξω τη θέση για να μπορώ να οδηγήσω σωστά, και στη συνέχεια αρχίζει να μου εξηγεί για το πώς ξεκινάμε. Φαντάζομαι ότι όλοι εδώ μέσα που έχετε δίπλωμα οδήγησης, ο Χωστήρας, η Κρήτη, ακόμα κι ο Περίνιο με τον ισπανικό κουβά του, θα ξέρετε ότι για να αρχίσει να τσουλάει πρέπει να πατάς απαλά το γκάζι και να αφήνεις απαλά το συμπλέκτη.
Κι αυτό μέχρι να βρεις το σημείο ισορροπίας. Αν αφήσεις λίγο λιγότερο το συμπλέκτη, δεν ξεκινάει. Αν τον αφήσεις λίγο παραπάνω, ή που θα σου σβήσει ή που θα πεταχτεί απότομα, στουκάροντας τον κώλο αυτού που είναι παρκαρισμένος μπροστά και επισύροντας ποινή καταρρακτώδους βροχής καντηλιών και χριστοπαναγιών.
Και κάπου εκεί σκέφτηκα, σάμπως αυτό δεν προσπαθούμε να κάνουμε και στη ζωή μας; Να ισορροπήσουμε πεντάλια.
Οκ, η αλήθεια είναι ότι δεν το σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή αυτό το πράγμα, αλλά σήμερα το πρωί καθώς σκεφτόμουν τι παπαριά να βρω πάλι να γράψω στο μπλογκ μέχρι να έρθει ξανά η ώρα να γράψω το Ημερολόγιο του Μηχανολόγου.
Εκείνη την ώρα το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ότι θα τα σκατώσω όλα, ότι όλο και κάποιον θα σκοτώσω και θα με πάνε φυλακή και θα καταλήξω σαν τον Ισοβίτη του Αρκά και θα γίνει η κωλοτρυπίδα μου διπλής κυκλοφορίας και θα αμαυρωθεί το ποινικό μου μητρώο και δε θα μπορέσω ποτέ να ξαναγευτώ παγωτό από τα Haagen Dazs.


Αυτό, βέβαια, δεν έγινε ποτέ, γιατί απ'τη μία δεν πήγα με πάνω από είκοσι χιλιόμετρα την ώρα, και στα είκοσι χιλιόμετρα την ώρα μόνο την ώρα σου μπορείς να σκοτώσεις, κι αφετέρου γιατί είχα την εκνευριστική (για την εκπαιδεύτρια και όλους τους παριστάμενους) συνήθεια να κοκαλώνω το φρένο, ενώ πάντα δεν πήγαινα με πάνω από είκοσι.
Έλεγα λοιπόν ότι στη ζωή μας είναι σαν να προσπαθούμε να ισορροπήσουμε πεντάλια. Πατάς λίγο το ένα, αφήνεις λίγο το άλλο, μέχρι που το πράμα να αρχίσει να τσουλάει. Βέβαια, δεν έχεις πλέον να κάνεις με τα τρία πεντάλια που έχεις μπροστά σου στο αυτοκίνητο. Έχεις δεκάδες πεντάλια, εκατοντάδες πεντάλια, χιλιάδες πεντάλια, εκατομμύρια πεντάλια, καλά τώρα το γάμησα, και τη μία πατάς το ένα, την άλλη πατάς το άλλο.
Αφήνεις λίγο το ένα, πατάς λίγο το άλλο, και ούτω καθεξής.
Και φυσικά, δεν τα πατάς απότομα, ούτε μέχρι τέρμα. Εκτός από το συμπλέκτη, που άμα δεν τον πατήσεις μέχρι τέρμα δε βγαίνει η ταχύτητα. Που σημαίνει ότι πρέπει να ξέρεις πώς θα φερθείς στο κάθε πεντάλι ξεχωριστά. Το ένα θέλει απαλά, το άλλο τέρμα, το τρίτο καθόλου.
Ούτε πρέπει να φοβάσαι το γκάζι. Αν δεν το πατήσεις, δεν ξεκινάς. Κάθεσαι εκεί που είσαι, και κλαις τη μοίρα σου, κι αναρωτιέσαι γιατί δεν μπορείς να πας πουθενά με τη ζωή σου
Και με το φρένο τα ίδια. Άμα κοκαλώνεις κάθε τρεις και λίγο, και μπροστά δεν πας, και γαμάς άσκοπα τα φρένα, που σημαίνει ότι όταν τρέχεις με εκατό και έρχεται μπροστά σου το τρένο, δε θα προλάβεις να σταματήσεις και θα γίνεις πελτές. Οκ, στην ζωή έξω από το τιμόνι αυτό μάλλον δεν ισχύει και τόσο πολύ, γιατί δεν έχεις κυριολεκτικά φρένα.
Όχι, αυτό που λέμε "έχω σώας τας φρένας" δε λέει για φρένα.
Αλήθεια.
Ανοίξτε ένα λεξικό και κοιτάξτε το.
Και με τις ταχύτητες, τι γίνεται; Όταν η ζωή σου πάει με εκατό, εσύ δεν μπορείς να έχεις δευτέρα. Ή θα βάλεις τρίτη και τέταρτη, ή θα επιβραδύνεις, ή θα κάψεις τη μηχανή. Ένα απ'αυτά τα τέσσερα. Τρία είναι; Ή που θα μάθεις να μετράς. Και τώρα είναι τέσσερα και πάρτε τ'αρχίδια μου.
Και ας μην ξεχνάμε τη σήμανση. Δεξιά κι αριστερά σου βλέπεις ένα σωρό σήματα. Σου λένε πού μπορείς να πας, πού πρέπει να πας, πώς θα πας εκεί που θες να πας, θέτουν προτεραιότητες, και κυρίως λένε πού πρέπει να σταματήσεις.
Συνήθως όμως οι περισσότεροι άνθρωποι γράφουν αυτά τα σήματα στ'αρχίδια τους.
Και κάπως έτσι προκαλούνται τα ατυχήματα.
Κι επίσης υπάρχουν τα φλας. Τα οποία χρησιμεύουν για να γνωρίζουν οι υπόλοιποι οδηγοί γύρω σου προς τα πού πας. Αν δεν το δείξεις εσύ με κάποιον τρόπο, μην περιμένεις να καταλάβουν από μόνοι τους πού θες να πας εσύ.
Όταν πάλι έχεις μπροστά σου στροφή, αν στρίψεις λιγότερο ή περισσότερο απ'όσο χρειάζεται, θα βρεις. Ακολουθείς ακριβώς τη στροφή. Κι επίσης, δεν κοιτάς προς τα πού φεύγει το αυτοκίνητο, ή η ζωή σου, γιατί θα φύγεις μαζί με αυτό. Κοιτάς εκεί που πρέπει να πας.
Κι ούτε καρφώνεσαι, κοιτώντας μόνο μπροστά σου ή μόνο αριστερά σου ή μόνο δεξιά σου ή μόνο στον κώλο της γκόμενας που περπατάει απέναντι στο πεζοδρόμιο και μαλάκα μου, πώς το βαδίζει έτσι το δωδεκάποντο, τύφλα να 'χουνε οι Μπιγιονσούδες κι οι μοντέλες κι έτσι κι έρθω από κει θα την κάνω να πει το δεσπότη Βαγγέλη γιατί βαρέθηκα τον Παναγιώτη, μανάρα μου...ΚΡΑΚ! ΣΠΛΑΤΣ! ΜΠΟΥΜ! Πάει. Τράκαρες.
Προσέχεις τους πάντες και τα πάντα. Δεν περιμένεις ούτε κανέναν άλλον να σε πει, ούτε να σου έρθει η θεία φώτιση. Κοιτάς και βλέπεις τι γίνεται γύρω σου.
Αυτά τα ολίγα σημαντικά μαθήματα ζωής έμαθα από το χθεσινό μάθημα οδήγησης. Να οδηγώ πάλι δεν μπορώ να πω ακόμα ότι έμαθα, αλλά κανείς δε μαθαίνει τα πάντα με την πρώτη. Είναι νόμος της φύσης. Κι εγώ μπορεί να είμαι πιο έξυπνος και γαμιστερός απ'όλους σας αλλά δεν μπορώ να τα βάλω και με τους νόμους της φύσης.
Οπότε αύριο πάλι βγαίνω παγανιά για γριούλες.
Και πρωί πρωί μάλιστα. Πριν καν πάω στη σχολή.
Αυτό θα πει ευχάριστο πρωινό ξύπνημα.
Όσοι κυκλοφορείτε στη Θεσσαλονίκη, να έχετε τα μάτια σας ανοιχτά.
Αυτά, και να προσέχετε, όχι πολύ απότομα το γκάζι, όχι πολύ απότομα το φρένο, όχι πολύ σφιχτά το τιμόνι και, για όνομα του Αλλάχ, να σταματάτε στα στοπ, τι ψυχή θα παραδώσετε δηλαδή.

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

Καταστατικός Χάρτης

Σήμερον, ημέρα εβδόμη Οκτωβρίου του σωτηρίου έτους δύο χιλιάδες και δεκατρία (2013) ιδρύεται εν τη ερωτική πόλει της Θεσσαλονίκης και στο κτίριο επί των οδών Αγαμήτου και Απάρτου γωνία, 4ος όροφος (προσοχή: ο ανελκυστήρας δε λειτουργεί), ο Σύλλογος Κατά της Αγαμίας Των Ολοκληρωτικά και Φοβερά Άσχημων, Τεραστίων ή Σουρεαλιστικά Αλλοπρόσαλλων, (ο οποίος στο υπόλοιπο του παρόντος θα αναφέρεται για λόγους συντομίας με τα αρχικά του Σ.Κ.Α.Τ.Ο.Φ.Α.Τ.Σ.Α. ή απλώς ως "Σύλλογος"). Ακολουθούν τα άρθρα του καταστατικού χάρτη του Συλλόγου:
  1. Δικαίωμα εισόδου στο Σύλλογο διαθέτουν όλοι οι ενήλικες άνδρες που διαθέτουν λειτουργικό πέος, καλή φυσική κατάσταση και όρεξη για δουλειά.
  2. Υποχρέωση κάθε μέλους του Συλλόγου είναι να παρέχει αφιλοκερδώς (το τονίζουμε αυτό ιδιαιτέρως) τις υπηρεσίες του σε κάθε κορασίδα που εμπίπτει στην περιγραφή του διακριτικού τίτλου του Συλλόγου, όπως αυτές περιγράφονται αναλυτικότερα στο άρθρο 3.
  3. Για να εμπίπτει μία γυναίκα στην αρμοδιότητα του Συλλόγου είναι απαραίτητο να πληροί μία τουλάχιστον από τις παρακάτω προϋποθέσεις:
    α. Έχει τέτοιο βάρος ώστε, σύμφωνα με την Γενική Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν, καμπυλώνει το χωρόχρονο γύρω της, δημιουργεί χρονικά κενά και ξαφνικά βρισκόμαστε όλοι πίσω στο 1987 και πορωνόμαστε με το καινούριο άλμπουμ των Γκανς Εν Ρόζες ας ούμε να ούμε.
    β. Μοιάζει με τον Σκελετούλη, ένα ομοίωμα ανθρώπινου σκελετού για παιδιά που πουλούσε κάποτε κόκκαλο-κόκκαλο η Ντεαγκοστίνι, όταν φυσάει πρέπει να φορέσει ειδικό παλτό με βαρίδια για να βγει έξω και τα βυζιά της είναι σαν τις ρίζες της εξίσωσης x^2+2x+2=0, δηλαδή δεν υπάρχουν στο σύνολο των πραγματικών (τα λεγόμενα και "μιγαδικά βυζιά").
    γ. Η ταυτότητά της είναι γραμμένη σε Γραμμική Β, έχει την Οδύσσεια με αφιέρωση από το συγγραφέα ή έχει άδεια οδήγησης πτεροδάκτυλου.
    δ. Διαθέτει το σαγόνι του Γιάτσεκ Γκμοχ:
    ε. Διαθέτει το τσιγκελωτό μουστάκι του Φρέντι Μέρκιουρι:

    στ. Διαθέτει την οδοντοστοιχία του Γιώργου Γεωργίου:

    ζ. Διαθέτει την επιδερμίδα του Γιώργου Δώνη:

    η. Διαθέτει τη μύτη του Βασίλη Παπακωνσταντίνου:

    θ. Διαθέτει κάποιο άλλο παρόμοιο διάσημο ανατομικό χαρακτηριστικό.
    Για ευκολία, τα μέλη μπορούν να συμβουλεύονται το ακόλουθο σχεδιάγραμμα, αναζητώντας ομοιότητες:
  4. Η συνουσία με γυναίκα που δεν ικανοποιεί καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 θεωρείται παράβαση και τιμωρείται, την πρώτη φορά με αυστηρή επίπληξη, τη δεύτερη με μηνιαίο αποκλεισμό του παραβάτη από τις δραστηριότητες του Συλλόγου, τη δε τρίτη με οριστικό και αμετάκλητο αποκλεισμό.
  5. Η ιδιότητα του μέλους του Συλλόγου προϋποθέτει την ενεργό συμμετοχή του μέλους. Επομένως ένα μέλος που δεν έχει προβεί σε συνουσία με τουλάχιστον μία περίπτωση του άρθρου 3 για ένα έτος διαγράφεται από το Σύλλογο, εκτός κι αν αποδεδειγμένα συντρέχουν σοβαροί λόγοι υγείας ή εξεταστική που έχουν μαζευτεί εκατόν σαράντα οχτώ μαθήματα.
  6. Ο Σύλλογος δεν επικροτεί σε καμία περίπτωση το βιασμό. Κάθε μέλος οφείλει να εξασφαλίσει τη συναίνεση της υποψήφιας πριν ασκήσει το λειτούργημά του. Σε περίπτωση που ένα μέλος δεν καταφέρει να αποσπάσει συναίνεση από τις περιγραφείσες γυναίκες, πάει να πει ότι είναι κρίμας, τίποτας, πουθενάς, τελειωμένος κι οφείλει για το καλό της ανθρωπότητας να βρει έναν γκρεμό με μυτερά βράχια από κάτω και να επαληθεύσει πειραματικά το νόμο της βαρύτητας. Ως εκ τούτου διαγράφεται από το Σύλλογο.
  7. Κάθε μέλος πληρώνει συνδρομή που καθορίζεται στο συμβολικό ποσό των 20 ευρώ ανά έτος. Η συνδρομή αυτή προορίζεται για τις εκδηλώσεις και δραστηριότητες του Συλλόγου (βλ. άρθρο 9), αλλά και για να μπορούν τα λιγότερο προνομιούχα μέλη του Συλλόγου να προμηθεύονται τα απαραίτητα εργαλεία που πιθανώς θα τους χρειαστούν στην αποστολή τους, όπως αλκοόλ, χασίς, ψυχοφάρμακα, παραισθησιογόνα μανιτάρια, διεγερτικά χάπια χρώματος κυανού (γνωστά με την εμπορική ονομασία Βιάγκρα), προφυλακτικά και χαρτοσακούλες.
  8. Οι εκλογές του Συλλόγου λαμβάνουν χώρα μία φορά ανά έτος, στα κεντρικά γραφεία του Συλλόγου στην οδό Αγαμήτου και Απάρτου γωνία ή στα τοπικά παραρτήματα στην Αθήνα, Λάρισα, Πάτρα, Γιάννενα, Ηράκλειο και Κάτω Μουσουνίτσα, όπου εκλέγεται πρόεδρος με θητεία ενός χρόνου. Μετά από τρεις συνεχόμενες θητείες ο πρόεδρος χάνει το δικαίωμα επανεκλογής, αλλά κατακτά το Χρυσό Μετάλλιο Ανδρείας του Τάγματος των Δεινοσαύρων και θεωρείται Επίτιμος Πρόεδρος.
  9. Ο Σύλλογος οργανώνει σε τακτική βάση εκδηλώσεις, οι οποίες ως στόχο έχουν την υποδοχή και γνωριμία των νέων μελών, ενημέρωση επί νέων τεχνικών καμακιού και τη διάδοση της δράσης του Συλλόγου στα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας, με στόχο την πάταξη της κοινωνικής αδικίας ενάντια στις γυναίκες που δεν μπορούν ή δε θέλουν, στην τελική, να ανταποκριθούν στα μη ρεαλιστικά πρότυπα ομορφιάς που θέτει το Χόλυγουντ μέσω των ταινιών και ωθεί τις γυναίκες σε κακή αυτοεκτίμηση, κατάθλιψη, νευρική ανορεξία, κοκκύτη και καρκίνο της παρανυχίδας του μεσαίου δάχτυλου του αριστερού χεριού.
  10. Ως ύμνος του Συλλόγου ορίζεται το ακόλουθο υψηλής μουσικής ποιότητας άσμα:

    το οποίο και θα ανακρούεται κατά την έναρξη κάθε εκδήλωσης του Συλλόγου.
  11. Τέλος, ορίζεται το ακόλουθο έμβλημα του Συλλόγου, το οποίο θα περιλαμβάνεται στην κάρτα μέλους και, προαιρετικά, θα διατίθεται σε κονκάρδες, αυτοκόλλητα ή αφίσες:

Ο κάτωθι υπογεγραμμένος,
Τhomas The Barbarian.
Αυτά, και να προσέχετε πού βάζετε την υπογραφή σας και το πουλί σας.
Υ.Γ. Αυτό το άρθρο διαβάζεται όπως θα διαβαζόταν ένα άρθρο της Φρικηπαίδειας. Δεν αποφάσισα να ιδρύσω σύλλογο σαβουρογάμηδων, τυχόν δε υπαινιγμοί ότι αποφάσισα να ιδρύσω σύλλογο σαβουρογάμηδων θα αντιμετωπιστούν με προσβλητική γείωση και ασάλιωτο τριζάτο κωλοδάχτυλο. Αν ποτέ αποφασίσω να ιδρύσω σύλλογο σαβουρογάμηδων, πυροβολήστε με μόλις με δείτε. Κι άμα βρω και καμένους που να συμμετάσχουν, πυροβολήστε τους κι αυτούς.
Υ.Γ.2. Αν περιμένατε να μάθετε για την έναρξη της φοιτητικής ζωής μου (που στ'αρχίδια σας βασικά αλλά εγώ υποθέτω ότι θέλατε γιατί κάτι πρέπει να έχω κι εγώ να ελπίζω κι η μαμά μου δε με αγκάλιαζε αρκετά όταν ήμουν μικρός), την Παρασκευή θα εγκαινιαστεί η νέα στήλη του μπλογκ "Το Ημερολόγιο Ενός Μηχανολόγου", όπου κάθε Παρασκευή (εκτός απροόπτου) θα γράφω ό,τι έγινε στο φανταστικό κόσμο του Αριστοτελείου με Σήμα τον Άγιο Δημήτριο Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εκτός κι αν δε θέλετε.

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

O Εκλεκτός: Η Τελική Μάχη

Κυρίες και κύριοι, η στιγμή που όλοι μας περιμέναμε με αγωνία έφτασε. Όλη η saga εδώ, εδώ κι εδώ.
Η πτήση του Τζακ και της Τζίνα προς τη Ρωσία ήταν μάλλον αρκετά άβολη. Σε όλη την πτήση ένα δαιμονισμένο τετράχρονο τσίριζε σαν τη Νικόλ Νταφάκ όταν την παράτησε ο Λευτέρης, η Νικόλ Νταφάκ τσίριζε επειδή την παράτησε ο Λευτέρης, ένας χοντρός έτρωγε από μια ατελείωτη γαβάθα πατατάκια δίπλα τους, γεμίζοντας τον τόπο ψίχουλα, σάλια και αυγά βατράχου, ενώ αριστερά του Τζακ καθόταν ένα εξαιρετικά κακοντυμένο τραβέλι που του την έπεφτε με τον πιο γελοίο τρόπο που μπορείτε να φανταστείτε και δεν θα σας τον περιγράψω γιατί ο Εκλεκτός είναι ένα σοβαρό ανάγνωσμα.
-Στο 'χα πει, βρε αγάπη μου, του είπε η Τζίνα, να πάρουμε τον διακτινιστή.
-Πρώτον, πες το πιο δυνατά, υπάρχει μια κουφή γριά δέκα σειρές πιο πίσω που κοιμόταν και δε σε άκουσε. Δεύτερον, όπως σου έχω ήδη εξηγήσει, ο διακτινιστής βγήκε ελαττωματικός. Είχα τη φαεινή ιδέα να τον βασίσω στους χάρτες της Apple για το Iphone 5 και τώρα όπου και να του δώσω οδηγίες με βγάζει σε ένα μπουγατσατζίδικο στην Μπουρκίνα Φάσο. Και τρίτον, χρειαζόμαστε χρόνο για να καταστρώσουμε το σατανικό σχέδιο με το οποίο θα εξουδετερώσουμε τον παρανοϊκό εμπρηστή.
-Να φωνάξουμε τη Βερόνικα Δεσύλλα;
-Όχι, όχι, σε παρακαλώ μη με διακόψεις για λίγο. Πάρε το κινητό μου και παίξε λίγο Candy Crush όσο εγώ θα σκέφτομαι.
Η Τζίνα όμως δεν είχε καμία διάθεση να παίξει Candy Crush. Δεν καταλάβαινε γιατί ο Τζακ την υποτιμούσε τόσο πολύ. Στο κάτω κάτω της γραφής, δεν ήταν απλά μια υπερμουνάρα με βυζιά 36DD και κώλο που τον είδε η Μπιγιονσέ και έπεσε σε κατάθλιψη! Είχε και λίγο νιονιό μέσα στο κεφάλι της. Άσε που είχε ξεκλειδώσει ήδη όλα τα επίπεδα και βαριόταν. 
Καθώς το αεροπλάνο πετούσε πάνω από το Καζακστάν, ένας περίεργος τύπος, ντυμένος στα ασπρόμαυρα, σηκώθηκε, αργά αργά, πήγε στο πιλοτήριο, έσπασε την πόρτα με μια κλωτσιά και ανακοίνωσε από τα μεγάφωνα, με χαρακτηριστικό βαρύ λάμδα:
-Πρόκειται για αεροπειρατεία! Θα πάμε όλοι στη Θεσσαλονίκη, και δε θέλω να ακούσω κιχ!
-Κιχ, είπε ο Τζακ βαριεστημένα.
-Το άκουσα αυτό! Θα σας καθαρίσω όλους!
-Θα μας κλάσεις...πήγε να πει ο Τζακ, αλλά ο αεροπειρατής τον σημάδεψε με το όπλο του. 
-Το βλέπεις αυτό; Δε σε κάνω πλάκα! Θα σε κάνω ελβετικό τυρί!
-Ελβετικό τυρί; Μήπως θες να πεις ελβετικό κασέρι; του αντιγύρισε ο Τζακ.
-Ε...τι με τα μπερδεύεις τώρα;
-Μα ναι, αφού τυρί είναι η φέτα, κι οι Ελβετοί δε βγάζουν φέτα, άρα αυτό που βγάζουν οι Ελβετοί είναι ελβετικό κασέρι, του εξήγησε ο Τζακ.
-Βέβαια...σαν να 'χεις δίκιο, φιλαράκι, παρ'όλα αυτά...
-Τελειώνετε με τις βλακείες! είπε απηυδισμένη η Τζίνα. Ας πα να το λένε και ελβετικό ματζαφλόκι, στ'αρχίδια μας κι εμάς Κωστής Παλαμάς. Κι εσύ όμως, καρντάσι, εξήγησέ μας, γιατί σου καύλωσε έτσι ξαφνικά να μας πας στη Θεσσαλονίκη; Έχουμε και μια βότκα να σώσουμε!
-Είναι μέρος του σατανικού μου σχεδίου, ανόητη! Θα σας προσγειώσω στην αυλή του Ιβάν Σαββίδη, και θα τον εκβιάσω ότι αν δεν κινήσει τα νήματα να πάρει το πρωτάθλημα η ΠΑΟΚάρα θα σας καθαρίσω όλους!
-Είναι τρελός! είπε ο Τζακ, αλλά ο Παοκτζής αεροπειρατής δεν τον άκουσε, γιατί είχε αρχίσει ήδη να τραγουδάει "ΩΩΩ, ΠΑΟΚΑΡΑ, ΕΧΩ ΤΡΕΛΑ, ΜΕΣ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ!"
Τελικά το αεροπλάνο προσγειώθηκε στην αυλή του Ιβάν Σαββίδη, γιατί ο Τζακ έκρινε ότι το πρόβλημα ήταν ανάξιο να ασχοληθεί μαζί του, κοτζάμ Εκλεκτός, που μεταξύ άλλων είχε εφεύρει το ασύρματο τηλέφωνο ντουζιέρας, την τηλεπαθητική μαστογραφία και την έξυπνη σήτα.
-Τι είναι αυτά ρε; Ποιος σας έμαθε να προσγειώνετε αεροπλάνα στην αυλή του κόσμου; είπε εξοργισμένος ο Ιβάν.
-Λοιπόν, Πρόεδρε, είπε ο Παοκτζής, άκουσέ με καλά. Άμα πάρει και φέτος το πρωτάθλημα ο κωλόγαυρος, θα τους καθαρίσω όλους μέσα στο αεροπλάνο!
-Αυτό ήταν όλο; Καλά, άσε μας τώρα στην ησυχία μας και τα λέμε τον Απρίλη στο Λευκό Πύργο.
Ο Παοκτζής έμεινε ικανοποιημένος από την απάντηση του Ιβάν και έφυγε για την Τούμπα. Ο Τζακ πήγε στον πιλότο και του είπε:
-Ωραία, και τώρα που τελειώσαμε με τον παλαβό, πάμε επιτέλους στη Ρωσία γιατί έχουμε και δουλειές.
-Μα...δεν έχει χώρο για να το απογειώσω.
-Και πώς είχε χώρο για να το προσγειώσεις;
-Ε...δεν ξέρω...
-Καλά ρε, κι εγώ πώς θα πάω στη Ρωσία;
-Ε...πάρε το λεωφορείο...
-Με δουλεύεις; Με την κίνηση της Λαγκαδά θα κάνουμε δύο αιώνες!
-Κι εγώ τι να κάνω;
-Φύγε από δω, ανίκανε, θα το πιλοτάρω εγώ. Έλα παιδιά, ανεβείτε, φεύγουμε.
-Περίμενε να τελειώσουμε το τσιγάρο μας ρε!
-Δεν περιμένω κανέναν σας. Διακυβεύεται η φήμη μου, η παγκόσμια ειρήνη και κυρίως η βότκα.
Ο Τζακ μπήκε στο πιλοτήριο κι άρχισε να κάνει όπισθεν. Ξαφνικά η Νικόλ Νταφάκ άρχισε να σκούζει:
-Κοίτα! Κοίτα το σπίτι!
-Τι; Τι έχει;
-Θα το χτυπήσεις, καλέ! Κόψε λίγο αριστερά. Ώπα. Ώπα, θα βρεις. Παρ'το όλο δεξιά. Έλα, έλα, έχεις χώρο, στοπ. Βγες αριστερά, όλο αριστερά, ναι, ναι, ωραίος, βγήκες.
Αφού η Λευτεροχτυπημένη κορασίδα έκανε κουμάντο στον Τζακ για να ξεπαρκάρει, και λίγες ώρες αργότερα, το αεροπλάνο προσγειώθηκε στη Ρωσία. Η πτήση ήταν μάλλον επεισοδιακή, γιατί η Τζίνα ήθελε να βγει στην μούρη του αεροπλάνου και να φωνάξει "Τζακ, άιμ φλάιιν!", αλλά προείχαν άλλα πράματα.
Μόσχα, μια τεράστια πόλη με μακραίωνη ιστορία και πολλά αξιοθέατα. Ο Τζακ κι η Τζίνα όμως δεν ήταν τουρίστες. Νοίκιασαν δύο ποδήλατα κι έφυγαν κατευθείαν για την Κόκκινη Πλατεία.
-Μα γιατί ποδήλατα; είπε η Τζίνα. Με ένα αυτοκίνητο θα φτάναμε πολύ πιο γρήγορα.
-Έχεις πάρει τριάμιση κιλά, της απάντησε ο Τζακ.
-Να σου δώσω μια...του είπε η Τζίνα, αλλά αποφάσισε να δώσει τόπο στην οργή προς το παρόν, αναλογιζόμενη τον κίνδυνο.
Οι δρόμοι γύρω από την Κόκκινη Πλατεία ήταν όλοι κλειστοί, αλλά ο Τζακ κατάφερε να πηδήξει πάνω από τα οδοφράγματα με χαρακτηριστική άνεση που του προσέφεραν οι δεκάδες ώρες GTA.
Και δεν ήταν κλειστοί χωρίς λόγο. Από τη μία μεριά, βρισκόταν μια επίλεκτη μονάδα του Ρωσικού στρατού, οπλισμένη μέχρι και το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού ποδιού, και μπροστά από όλους ήταν ο Πούτιν, κραδαίνοντας μια μπαζούκα και συνοδευόμενος από τον Βάσια, την κατοικίδια αρκούδα του.
Κι από την άλλη, ο επικίνδυνος αυτός εγκληματίας, σκαρφαλωμένος στον ψηλότερο τρούλο του Αγίου Βασιλείου, με έναν πυροκροτητή στο χέρι. Η φιγούρα του τρομοκράτη φαινόταν ακαθόριστα οικεία στον Τζακ, αλλά δεν μπορούσε να φανταστεί την τροπή που θα έπαιρναν τα πράματα.
-Κατέβα αμέσως από εκεί πάνω, του φώναξε ο Πούτιν, για να μη γίνεις το πρωινό σνακ του Βάσια!
-Καμ εν γκετ ιτ, Βλαντ! φώναξε ο τρομοκράτης. Άμα δεν ικανοποιήσεις τα αιτήματά μου, πατάω το κουμπάκι και μπουμ!
-Στον Πούτιν πουτινιές ρε;
-Το ρισκάρεις; έκανε με σαδιστικό χαμόγελο ο τρομοκράτης.
-Προτείνω να μην το ρισκάρουμε, είπε του Πούτιν ο Τζακ, που είχε γλιστρήσει δίπλα του αθόρυβα.
-Άι στο διάολο! Με τρόμαξες, του είπε ο Πούτιν. Πολύ καλά. Κατέβα από εκεί πάνω να διαπραγματευτούμε το ζήτημα.
Κι έτσι κι έγινε. Καθώς πλησίαζε ο τρομοκράτης, ο Τζακ όλο και σκεφτόταν ότι αναγνώριζε από κάπου την αισχρή αυτή σκατόφατσα, αλλά δεν του ερχότανε το κλικ.
-Λοιπόν, πρότεινε ο Πούτιν, σε αντάλλαγμα για την ασφάλεια της πολύτιμης βότκας μας, σου δίνω δύο δισεκατομμύρια ρούβλια, πέντε πετρελαιοπηγές στη Σιβηρία και τα δικαιώματα για τη μεταφορά της μελλοντικής μου αυτοβιογραφίας, "Πούτιν: ο άνθρωπος, ο θρύλος, ο θεός" στον κινηματογράφο.
-Δε θέλω τίποτε από όλα αυτά, είπε ο τρομοκράτης, κι ένα δάκρυ άρχισε να κυλάει στο αριστερό του αρχ... μάγουλο. Θέλω μόνο...
Ο Τζακ έφαγε τη φλασιά που τόσο πολύ περίμενε. Ήταν...
-...τη γυναίκα της ζωής μου.
...
...
...
...αυτή η δραματική παύση χρησιμεύει στο να κάνει τη διήγηση ακόμα πιο δραματική αλλά επειδή σας βλέπω έτοιμους να με λιθοβολήσετε με πατατάκια από την αγωνία σας θα σας δώσω την απάντηση που τόσο πολύ περιμένατε...
...ήταν o Παντελίδης.
-Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου, μονολόγησε ο Τζακ.
-Βρε αγόρι μου, του είπε ο Πούτιν, πάλι άρχισες τα ίδια;
-Δεν μπορώ να κοιμηθώ αν δε νιώθω το άρωμά της! έκλαψε ο αγαπημένος λαϊκός τροβαδούρος.
Ο Τζακ, ευτυχώς, είχε τον κατάλληλο τρόπο να επιλύσει όλην αυτή την κατάσταση.
-Παντελή, αγόρι μου, οι γυναίκες είναι σαν τα γραμματόσημα.
-Εννοείς ότι δεν τις χρησιμοποιεί κανείς πια γιατί όλος ο κόσμος στέλνει e-mail?
-Όχι, ότι όταν τις φτύνεις κολλάνε. Μην ξαναγράψεις άλλο τραγούδι για την πάρτη της, και θα σου έρθει τρέχοντας μετά από λίγο.
-Μα... η δισκογραφική με πιέζει να τους δώσω ένα πιασάρικο τραγούδι, τι να τους πω;
-Δεν είμαι ειδικός στα τραγούδια, παρενέβη ο Πούτιν, αλλά θα μπορούσες να γράψεις ένα τραγούδι για κάποιο ιστορικό πρόσωπο.
-Ναι; Δεν κακό...και σαν ποιο πρόσωπο δηλαδή;
-Ίσως...τον πρόεδρο της Ρωσίας!
-Άι, καλά, είπε ο Παντελίδης, πέταξε τον πυροκροτητή κι έκανε νόημα σε ένα ταξί για να φύγει.
-Μη φεύγεις! Έχω σκεφτεί και μερικούς στίχους!
-Σόρι, κύριε Πρόεδρε, αλλά δε θα μπορέσω, είπε ο Παντελίδης κι έκανε νόημα σε ένα άλλο ταξί, γιατί το προηγούμενο πήγαινε Γλυφάδα και δε βόλευε.
-Μα δε θες να ακούσεις τουλάχιστον το ρεφρέν;
-Άσ'τον, Βλαντ, έφυγε, είπε ο Τζακ. Ευτυχώς, τελείωσε κι αυτό.
Βιάστηκε πολύ να μιλήσει. Ο πυροκροτητής πλέον βρισκόταν στα χέρια κάποιου άλλου, πολύ πιο αποφασισμένου...
-Μην κουνηθεί κανείς! Μπορεί αυτός ο ατάλαντος σκυλάς να μην ανατίναξε τη βότκα, αλλά θα το κάνω εγώ, εκτός κι αν...
...αυτή τη φορά ήταν ο Τόμι...
-...η Τζίνα επιστρέψει στην αγκαλιά μου.
-Λυπάμαι, Τόμι, του είπε η Τζίνα, αλλά δεν μπορώ να επιστρέψω στη μπάμια σου όταν καθημερινά τρώω λουκάνικο. Θα πρέπει να βρεις κάποιαν άλλη.
-Μόλις καταδίκασες την ανθρωπότητα! είπε ο Τόμι και έκανε να πατήσει το κουμπί.
Ο Τζακ ανέλαβε δράση. Με ένα διπλό άλμα, τρεις στροφές στον αέρα και δύο τριπλά Άξελ, έριξε μια γερή κλωτσιά στο σαγόνι του Τόμι. Ο πυροκροτητής του έπεσε από τα χέρια. Όχι, δε γίνεται, δεν είναι δυνατόν!
Ο Τόμι προσπάθησε και αντιστάθηκε λυσσαλέα. Έδωσε μερικά θεαματικά χτυπήματα, μια διαστημική κλωτσιά και ένα Καμεχαμέχα. Αλλά ο Τζακ είχε από την πρώτη στιγμή το πάνω χέρι και, τελικά, βγάζοντας από την τσέπη του την Πρώτη Κιθάρα του Φαν Χάλεν, που είχε πάντα μαζί του για γούρι, τον τύλιξε με το καλώδιο σαν σαλάμι. Μάζεψε τον πυροκροτητή από την άσφαλτο.
-Αυτό το επικίνδυνο παιχνιδάκι πρέπει να καταστραφεί. Λοιπόν, Τζίνα, θα πας στη Μόρντορ, θα σκαρφαλώσεις στην κορυφή του Mount Doom και θα το πετάξεις μέσα...
-Τολμάς, γελοίε, να μου δίνεις οδηγίες; του είπε εξοργισμένη η Τζίνα. Που θα μου πεις εμένα ότι έβαλα τριάμιση κιλά; Τράβα στη μανούλα σου, και θα το σκεφτώ πολύ σοβαρά αν θα σου ξαναμιλήσω ποτέ!
-Ρε συ Τζίνα, δεν το εννοούσα, σε παρακαλώ, γύρνα πίσω, έχεις τον πιο ωραίο, λαχταριστό, τσουπωτό, ζουμερό, πεντανόστιμο κώλο που έχω δει ποτέ μου!
-Ναι...μα δεν είπες τίποτα για τα βυζιά μου. Άρα δε σ'αρέσουν τα βυζιά μου. Άρα σηκώνομαι και φεύγω.
Και, σε μια επική ανατροπή, σηκώθηκε κι έφυγε.
Ο Τζακ ήταν συντετριμμένος. Ο Τόμι, χοροπηδώντας και κατρακυλώντας στο έδαφος, δεμένος χειροπόδαρα καθώς ήτανε, τον πλησίασε και του είπε:
-Τώρα κατάλαβες πώς νιώθω;
-Κατάλαβα, Τόμι.
-Τι κατάλαβες, Τζακ;
-Ότι όντως δε μ'αρέσουν τα βυζιά της. Είναι πολύ μεγάλα και δεν μπορώ να τα κουμαντάρω.
Ακολούθησε μια αμήχανη σιωπή, που οφειλόταν στην αμηχανία μεταξύ των δύο αντρών. Την σιωπή έσπασε τελικά ο Τζακ με την εξής σημαντική παρατήρηση: 
-Η κατάσταση μου θυμίζει ένα τραγούδι που θυμάμαι από το Guitar Hero: Πλοκάμι του Καρχαρία.
-Σώπα ρε! Είναι το αγαπημένο μου συγκρότημα. Ποιο απ'όλα;
-"Το χώμα βάφτηκε καφέ".
-Μα...πού κολλάει αυτό;
-Νιώθω κάτι να χαρχαλεύει χαμηλά στο άντερό μου. Περίμενέ με εδώ.
Ο Τζακ πήγε σε μια κοντινή καφετέρια και ξαλάφρωσε. Όταν γύρισε, ο Τόμι δεν βρισκόταν στο σημείο που τον είχε αφήσει. Ο Πούτιν ήταν ακόμα εκεί.
-Πού πήγε ο Τόμι;
-Είπε κάτι για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Θα πρέπει να βρίσκεται κάπου στο Βλαδιβοστόκ.
-Χμ. Περίεργο, είπε ο Τζακ κι έκανε μεταβολή κι έφυγε.
Πριν όμως προλάβει να περάσει το δρόμο απέναντι, τον χτύπησε ένα λεωφορείο.
Κι αυτό ήταν το τέλος του Εκλεκτού.
Δεν πέθανε. Αλλά από το χτύπημα έπαθε ολική αμνησία και όταν ξύπνησε νόμιζε ότι ήταν δημόσιος υπάλληλος στην Ελλάδα.
Δεν έμελλε να ξαναπολεμήσει ποτέ το έγκλημα.
Ή να κάνει οτιδήποτε άλλο.
Στο άκουσμα αυτής της είδησης, ο Έντι Φαν Χάλεν έγραψε ένα καινούριο τραγούδι, με τον εύγλωττο τίτλο "Ψόφος στο λεωφορειατζή που χτύπησε τον Τζακ" και εικοσιοχτώμιση σόλο που αν προσπαθήσει κανείς να τα παίξει θα στραμπουλήξει ανεπανόρθωτα τα δάχτυλά του. Ο Παντελίδης έγραψε κι αυτός ένα τραγούδι, με τίτλο "Γύρνα στην αγκάλη μου, γαμώ το κεφάλι μου" και θεματικό άξονα την πρώην του.
Ο Τόμι κατόρθωσε να δραπετεύσει από το Βλαδιβοστόκ, επέστρεψε στη Μόσχα, απέκτησε πρόσβαση στα μυστικά όπλα του Τζακ κι ορκίστηκε να προστατεύσει αυτός τον κόσμο από το κακό, στο όνομα του Εκλεκτού, τον οποίο είχε συγχωρέσει μετά που τον παράτησε κι αυτόν η Τζίνα. Δυστυχώς, ο Βάσια ακόμα δεν είχε φάει πρωινό, και ο Πούτιν χαρακτήρισε το κρέας του Τόμι "αντάξιο των λεπτών γούστων της προεδρικής αρκούδας".
Η Τζίνα, πικραμένη που οδήγησε στο τόσο άδοξο τέλος της καριέρας του Εκλεκτού, προσπάθησε να τον βρει για να επανορθώσει. Όταν όμως έφτασε στην Ελλάδα, γνώρισε έναν μπλόγκερ-συγγραφέα-μηχανολόγο στη Θεσσαλονίκη και έπεσε ξερή με την απαράμιλλη γοητεία του, το οξύ του πνεύμα και το απολλώνιο κορμί του, ξεχνώντας μια για πάντα τον Τζακ.
Όσο για τον Ιβάν, δεν κατάφερε, παρά τις υπόγειες πουστιές που έπαιξε, να κερδίσει το κατεστημένο του Μαρινάκη και ο κωλλόγαυρος πήρε για άλλη μια φορά το πρωτάθλημα. Κανείς δεν έμαθε τι απέγινε. Το μόνο που ξέρουν όλοι είναι ότι πάνω από το κρεβάτι του βρέθηκε, με μαύρη μπογιά, το σύνθημα "Ρωσία καριόλα ο ΠΑΟΚ πάνω απ'όλα".
Κι έτσι τελειώνει η ιστορία μας. Τι περιμένατε; Χάπι εντ; Αυτά στο Χόλυγουντ. Εγώ είμαι δημιουργός με άποψη.
Αυτά, και να προσέχετε μην έρθει κανένας αετονύχης και αρπάξει τα δικαιώματα της κινηματογραφικής μεταφοράς του έργου.